Κωνσταντίνος Κουκίδης, ένας ξεχασμένος Ήρωας

27 Απριλίου 1941, η συννεφιασμένη Κυριακή των Ελλήνων. Οι Γερμανοί εισήλθαν στην έρημη Αθήνα και ανέβηκαν στον Ιερό βράχο της Ακρόπολης με σκοπό να υψώσουν την σημαία τους πάνω από τον Αττικό ουρανό. Εκεί βρήκαν έναν Έλληνα, έναν πραγματικό ΈΛΛΗΝΑ, φύλακα της Σημαίας. Ο επικεφαλής του Γερμανικού αποσπάσματος, Peter Jacoby, ζήτησε από τον νεαρό φύλακα να υποστείλει την Ελληνική σημαία για να υψωθεί η Γερμανική. Εκείνος αρνήθηκε και Γερμανός λοχαγός έδωσε εκ νέου εντολή στους άντρες του να υποστείλουν εκείνοι την Σημαία. Την δίπλωσαν και την έδωσαν στον νεαρό Έλληνα. Εκείνος την πήρε στα χέρια τους και πριν οι Γερμανοί προλάβουν να σηκώσουν την δικιά τους, τον είδαν να τυλίγεται και να πηδάει στο κενό.

«Την Γαλανή παντιέρα κατέβασαν οι ξένοι
και ο τσολιάς την παίρνει με δάκρυ, με λυγμό,
σκύβει και την φιλάει, τριγύρω του την δένει
και πέφτει στον γκρεμό!»

Ήταν το ποίημα, που έγραψε κάποτε ένας ποιητής, για τον νεαρό ΉΡΩΑ, απόγονο των οπλιτών του Λεωνίδα. Έναν απλό ΕΟΝίτη ή έναν βετεράνο πολεμιστή της φρουράς των Αθανάτων του Αλέξανδρου. Δεν έχει σημασία, η Ελληνική γη ΠΑΝΤΑ γεννούσε Ήρωες. Πάντα γεννούσε και ΠΑΝΤΑ θα γεννάει ανθρώπους που κουβαλάνε μέσα τους την Τιμή και την Δόξα των προγόνων τους. Ανθρώπους που δεν παραδίνονται και δεν προδίδουν τα ιδανικά τους ακόμα και μπροστά στον Θάνατο.

Την επόμενη μέρα κιόλας, η γαλανόλευκη κυμάτιζε δίπλα στην Γερμανική, εις ένδειξη Τιμής για τον νεαρό Κωνσταντίνο Κουκίδη από τον Πόντο.

Άγις Φωτόπουλος