Ο ΠΑΝΤΟΤΕ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

 

souris

 

Πολιτισμός. Ο καθρέπτης και ο ακρογωνιαίος λίθος, μιας ολάκερης

κοινωνίας και μιας χώρας.

Ο πολιτισμός στην σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα η οποία έχει

διέλθει σαράντα ένα χρόνια μεταπολιτευτικής ασυδοκρατίας, δεν σημαίνει

σχεδόν τίποτα πέρα από τις επιδοτήσεις προς ημετέρους, την τακτοποίηση

των σε θέσεις του δημοσίου επί πληρωμή και γενικώς πολιτισμός σήμερα

σημαίνει διασπάθιση του δημοσίου χρήματος συνήθως υπέρ όπως προανέφερα

ημετέρων με ουδεμία ουσιαστική προσφορά, αποδίδοντας στο κοινό έργα

άνευ ουσίας, άνευ λόγου και καλλιτεχνικής αξίας.

 

Στην χώρα του «ότι δηλώσεις είσαι», πολλοί επιλέγουν την ζωή του

ανίκανου κηφήνα – καλλιτέχνη διαφθείροντας την νεολαία, καταστρέφοντας

το δίπολο θεατή, αναγνώστη, ακροατή – καλλιτέχνη. Σε μια τέτοια

κατάσταση πλήρως αρρωστημένη, οφείλουμε εμείς οι λιγοστοί, οι

υποτίθεται κάπως αφυπνισμένοι, να εξοπλίσουμε τον λαό με παραστάσεις

και εμπειρίες πραγματικής τέχνης, ώστε εκείνος να αποφεύγει όλες

εκείνες τις «πολιτισμικές κακοτοπιές» που του στήνουν οι διάφοροι

γνωρίζοντας πως απευθύνονται σε αδαείς. Ακριβώς όπως οι πολιτικοί

εξαπατούν για άλλους λόγους έναν λαό που δεν έχει μάθει και το

χειρότερο δεν νιώθει καμιάν διάθεση να μάθει, οφείλουμε παρά ταύτα να

διδάσκουμε το πραγματικόν έναντι του σαπισμένου, ανήθικού, κακού

πολιτιστικού προϊόντος σε μια προσπάθεια ανάτασης της καλαισθησίας

για το σύνολο.

 

Υπό αυτό το σκεπτικό σκοπεύω Θεού θέλοντος να αναφερθώ σε μια σειρά

από πνευματικές φιγούρες του παρελθόντος. Την ώρα που η πολιτική και ο

δημόσιος διάλογος δεν εμπλέκει πουθενά τον πολιτισμό στην χώρα μάλιστα

που γέννησε τον τελευταίο, την ώρα που διαγωνίζονται οι πολιτικάντηδες

στο ποιός θα ζητιανέψει καλύτερα και μάλιστα σε λίγο θα ξαναπαρελάσουν

εμπρός σου αγαπητέ αναγνώστη ως εθνοσωτήρες ενώ την ίδια στιγμή δεν

τους έβλεπες πουθενά για μήνες ή για χρόνια ένεκα προσεχών εκλογών, η

εσώτερη τούτη διαπίστωση, ανάγκη και νοιάξιμο γίνεται επιταγή, επιταγή

χωρίς ευρώ μεν, μα επιταγή πνευματική,  με διάθεσιν αφυπνιστικήν.

 

Ο λόγος λοιπόν στην σημερινή μου αναφορά περί του Γεώργιου Σουρή. Ίσως

κάποιοι τον γνωρίζετε διότι από καιρού είς καιρόν πολλοί φέρνουν από

το σκοτάδι της λήθης όπου επί της ουσίας τον έχουν παραχώσει οι

σημερινοί νεοέλληνες και περισσότερο οι δήθεν πνευματικοί άνθρωποι της

αριστερής σάπιας θολοκουλτούρας που λυμαίνεται και κατατρώγει τις

σάρκες αυτού του λαού και του τόπου, στίχους του οι οποίοι είναι το

λιγότερο διαχρονικοί.

 

Ο Σουρής, τεράστιο ποιητικό ταλέντο του 19ου αιώνα, αναλώνεται

πραγματικά στον σχολιασμό της τότε νεοελληνικής κοινωνίας, την οποία

αν ψάξει κανείς ενδελεχώς , θα παρατηρήσει πως δεν έχει αλλάξει και

πολύ τα τελευταία αυτά 150 χρόνια που μας χωρίζουν μεταξύ ημών και

εκείνου.

 

Γεννιέται στις 2 Φεβρουαρίου του 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου απο

εύπορη οικογένεια με την πρόθεση του πατρός του να ακολουθήσει το

ιερατικόν στάδιο. Αργότερα ο πατέρας του χρεοκοπεί, τα σχέδια αλλάζουν

άρδην και ο Σουρής μετά από κάποιες περιπέτειες γράφεται στην

φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών χωρίς ποτέ όμως να

κατορθώσει να λάβει πτυχίο. Η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εκείνον

αρχίζει να απασχολείται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες της εποχής («Μη

Χάνεσαι», «ο Ραμπαγάς», περιοδικόν «Ασμόδαιος» κ.α.) ώσπου στις 2

Απριλίου του 1883, ο Γεώργιος Σουρής εκδίδει το πρώτο φύλλο της

εφημερίδας του «ο Ρωμηός».

 

Ο «Ρωμηός» υπήρξε η άκρως επιτυχημένη του προσφορά επί της ουσίας στα

Ελληνικά γράμματα, ήταν μια εβδομαδιαία σατυρική επιθεώρηση γραμμένη

έμμετρα και ποιητικά την οποία έγραφε μόνος, και έμελε να καταστεί η

πλέον σημαντική εκδοτική προσπάθεια του, αλλά και η αιχμή του δόρατος

μιας πνευματώδους προσωπικότητας η οποία καυτηρίαζε τα πάντα με ύφος

λογοτεχνικόν και κατάφερε να αφήσει εποχή, όντας αγαπητή από φίλους

και εχθρούς. Τύπωσε 1444 τεύχη και εδημοσιεύετο επί 36 συναπτά έτη ως

και λίγο πριν από τον θάνατο του ποιητή στα 1919. Επίσης ο Σουρής, ο

οποίος από σχετικά νωρίς χαρακτηρίστηκε ως ο «νέος Αριστοφάνης» ,

έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες, αρκετές εκ των οποίων

παραστάθηκαν και από σκηνής όπως «οι Νεφέλες» του κανονικού Αριστοφάνη

σε έμμετρη απόδοση του, η οποία παραστάθηκε από το δημοτικό θέατρο των

Αθηνών.

 

Αναφορικά με τους στίχους του Σουρή και λόγω του χώρου, θα αναφερθώ σε

ένα χαρακτηριστικό ποίημα του το οποίο και αναδημοσιεύω πλήρως διότι

απηχεί και τούτο πλήρως την κακοδαιμονία μας ως λαός, μιαν

κακοδαιμονία με τα αδιέξοδα της,  σχεδόν ίδιον της ενδόξου ιστορίας

και της φυλής μας. Ο Σουρής δεν είναι Παλαμάς. Παρά το ότι ήταν πολύ

μορφωμένος κατήλθε και άπλωσε το χέρι στον λαό, του μίλησε για τα

άσχημα του με αγάπη στην γλώσσα που καταλάβαινε και όχι με τιμωρητική

διάθεση, αγαπήθηκε στην εποχή του διότι υπήρξε αληθινός, όπως αληθινή

και πραγματική υπήρξε η τέχνη του. Για αυτό και αξίζει την προσοχή μας

και σήμερα, διότι τα κλειδιά του προβλήματος μας, βρίσκονται εκεί,

στις στροφές και τις ρίμες ενός Σουρή. Κάθε εποχή χρειάζεται τον Σουρή

της, τούτο είναι το μόνον σίγουρο.

 

Αναδημοσιεύω πλήρως το ποίημα του λοιπόν με τον τίτλο «Ο Ρωμηός»

 

Ὁ Ῥωμηός

Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,

τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,

καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,

κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,

τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ

ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο

τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !

ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,

κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,

καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.

Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,

καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,

καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω

τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,

κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,

τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,

κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.

Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,

ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…

Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,

κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.

Στὸν καφετζῆ ξεσπάω… φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.

Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,

τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,

καὶ τέλος… δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.

 

Η αλλού πάλι σημειώνει το γνωστόν

«Ω Ελλάς, ηρώων χώρα

Τι γαιδάρους βγάζεις τώρα»

 

Και αλλού εξίσου διαχρονικά και επίκαιρον ποίημα του «Οι Αρχηγοί» από

το οποίο δημοσιεύω την πρώτη στροφή.

 

«Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,

κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·

ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ

τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.

Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,

μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.»