ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΕΡΗΜΩΝΕΙ

Γράφει ο Νικόλαος Η. Σκαντζός

Όσοι κατά τη διάρκεια των διακοπών του καλοκαιριού είναι φανατικοί και αποκλειστικά  λάτρεις της θάλασσας και των ακρογιαλιών της, όσοι αγαπούν το κολύμπι, την ηλιοθεραπεία και την χαλάρωση που προσφέρει αυτό το περιβάλλον, όσοι συνηθίζουν να κάνουν εκδρομές σε πολυσύχναστους και διάσημους προορισμούς και δεν επισκέπτονται την ορεινή Ελλάδα, από μία πλευρά, είναι και «τυχεροί».
Είναι «τυχεροί», γιατί δεν θα νιώσουν ποτέ το συναίσθημα της θλίψης, που νιώθουν όσοι από εμάς έχουμε ακόμη τη «διαστροφή» να επισκεπτόμαστε και να περιδιαβαίνουμε ακόμη την  ορεινή Ελλάδα που ερημώνει.
Θα αναρωτηθεί κάποιος, πώς είναι δυνατόν να νιώθεις θλίψη όταν επισκέπτεσαι  την πανέμορφη ορεινή Ελλάδα, την φύση της, τα γραφικά χωριά  της, και τους ιστορικούς της τόπους ;
Κι όμως συμβαίνει!
Ο λόγος που θλίβεσαι, είναι ότι λείπουν από εκεί οι άνθρωποι.
Από τη μια χαίρεσαι και απολαμβάνεις την πανέμορφη και παρθένα φύση, τούς παραδοσιακούς οικισμούς και τούς ιστορικούς τόπους,  και από την άλλη σε θλίβει η απίστευτη ερημιά από ανθρώπους και ζώα.
Όταν περπατάς στα γραφικά σοκάκια των ορεινών  χωριών, πρέπει  να είναι καλοκαιρινή εποχή, και να σταθείς τυχερός για να συναντήσεις έναν ασπρομάλλη γέροντα ή μιά γερόντισσα και να πιάσεις κουβέντα μαζί τους.

Τον χειμώνα οι λιγοστοί γέροντες είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους και το μόνο που μπορεί να προδώσει  ύπαρξη ζωής στο χωριό, είναι ο καπνός που βγαίνει από το τζάκι ή την ξυλόσομπα.
Κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, είναι πιό πιθανό διερχόμενος ο επισκέπτης, μέσα από ένα ορεινό χωριό, να συναντήσει σκύλο αδέσποτο ή κάποια γάτα,….παρά άνθρωπο !
Τα παλαιότερα χρόνια, όλα τα ορεινά χωριά έσφυζαν από ζωή !
Τα χωράφια ήταν καλλιεργημένα μέχρι την πιό μικρή γωνιά τους, ακόμη και μέχρι  εκεί που δεν μπορούσε να περάσει το αλέτρι,  πέρναγε το στιβαρό χέρι του αγρότη, που έσκαβε με την αξίνα, για να εισοδέψει λίγο περισσότερο ακόμη σιτάρι, για να θρέψει τα παιδιά του.
Τα παλιά σταροχώραφα που έθρεψαν γενιές και γενιές Ελλήνων, σήμερα χάσκουν χέρσα και έρημα από σπαρτά και ανθρώπους.
Τα παλιά χρόνια οι ράχες και οι λαγκαδιές αντιλαλούσαν από κουδούνια των αιγοπροβάτων, τις φωνές και το τραγούδι των τσοπαναραίων.
Σήμερα, περιδιαβαίνοντας στους ίδιους τόπους, μόνο κάποιο πουλί ίσως τύχει να ακούσεις.
Κάποτε, κάθε χωριό είχε τον πρόεδρό του, τον αστυνόμο του, τον παπά του και τον δάσκαλό του.
Σήμερα έχουν πάρει τον πρόεδρο και τον αστυνόμο, πήραν και το δάσκαλο και έχει μείνει μόνο ο παπάς !
Η  «αποστολή» του παπά πλέον, είναι να θάψει τους λιγοστούς κατοίκους που έχουν απομείνει, και να αναχωρήσει κι’ αυτός με την σειρά του, είτε για άλλο πιό μεγάλο χωριό (αν κρατιέται ακόμη), είτε για τας αιωνίους μονάς, λόγω γήρατος.
Στα περισσότερα χωριά η εκκλησία είναι κλειστή σκοτεινή και έρημη, δεν έχει ψάλτη μηδέ παπά, αφού  δεν υπάρχει ποίμνιο για να εκκλεισιαστεί, να παντρέψει, να βαφτίσει τα παιδιά του και να γλεντήσει στη χαρά τους.
Αν πεθάνει κάποιος γέροντας ή γερόντισσα , η εκκλησία ανοίγει για λίγο, για τόσο χρόνο, όσο χρειάζεται ο παπάς που καλείται από την κοντινότερη κωμόπολη, για να ψάλλει το: «δεύτε τελευταίον ασπασμόν».
Ύστερα αναχωρεί, και θα ξανάρθει μόνον όταν προκύψει παρόμοιο γεγονός.
Το ίδιο συμβαίνει και στα σχολεία.
Συναντάς πανέμορφα πέτρινα κτίρια, που χτίστηκαν σε άλλους καιρούς, με την προσωπική εργασία και τον μόχθο των κατοίκων, να στέκουν σήμερα κλειστά και έρημα ελλείψει μαθητών.
Εκεί που σε άλλες εποχές ακούγονταν οι χαρούμενες παιδικές φωνές, από τα σχολιαρούδια, σήμερα βασιλεύει η σιωπή του τάφου.
Αυτό που ονομάζουμε Ελληνικό κράτος, (ο Θεός να το κάνει), εδώ και δεκαετίες, φροντίζει και επιδοτεί τα αιγοπρόβατα, επιδοτεί τα βοοειδή, επιδοτεί τα αμνοερήφια και τις χοιρομάνες, αλλά όχι τις Ελληνίδες μάνες για να κάνουν παιδιά !
Ακόμη και για τη χελώνα καρέτα – καρέτα ενδιαφέρεται το ανθελληνικό κράτος , αλλά για τον Έλληνα-Έλληνα, δεν δείχνει το ανάλογο ενδιαφέρον.
Η Χώρα οδηγείται σταθερά στην ερημοποίηση και δεν ακούς έναν αρμόδιο να μιλά, να ασχολείται, και να προτείνει μέτρα για το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα, που λέγεται δημογραφικό και που σήμερα αποτελεί μία ατομική βόμβα στα θεμέλια της ύπαρξης του Ελληνικού Έθνους.

Χιλιάδες Έλληνες νέοι, έχουν πάρει τους δρόμους της ξενιτιάς, πολλοί από τους οποίους, αφήνουν πίσω τους ηλικιωμένους ανήμπορους και φιλάσθενους γονείς, που αν πεθάνουν και τύχει να παραστείς στην κηδεία τους, θα δείς το θλιβερό θέαμα, λαθρομετανάστες να σηκώνουν το… φέρετρό τους.
Μιλάμε για την εσχάτη κατάντια της Ελληνικής κοινωνίας !
Γι’ αυτό, όσοι Έλληνες στέκουν ακόμη όρθιοι, όσοι παρακολουθούν τα θλιβερά τεκταινόμενα, όσοι διαπιστώνουν την κατάντια της Πατρίδας μας και πονάνε, γι’ αυτήν, πρέπει να αντιδράσουμε όσο υπάρχει ακόμη καιρός, γιατί σε λίγα χρόνια θα είναι πιά αργά.
Οι Έλληνες θα έχουμε γίνει μιά ισχνή μειοψηφία, μέσα στον ιερό τόπο που γεννηθήκαμε!
Γι’ αυτό, σε κάθε ευκαιρία που συναντάμε δημόσιο πρόσωπο, (Δήμαρχο, Περιφερειάρχη, βουλευτή) ή οποιονδήποτε από αυτούς που λέγονται αναρμο-αρμόδιοι, πρέπει να τον πιέζουμε, να φωνάζουμε να αντιδρούμε έντονα, ακόμη και να τον «προγκάμε» (που λέει ο λόγος) πρέπει, έτσι ώστε  να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι δεν πάει άλλο,  ότι οι καιροί ού μενετοί, ότι ο κόμπος έφτασε στο χτένι, η Ελλάδα πεθαίνει!
Επειδή δε εμείς οι απλοί πολίτες εκτός από διαμαρτυρίες, καταγγελίες και πορείες, δεν μπορούμε με τις παρούσες συνθήκες να επέμβουμε δραστικά, ας κάνουμε τουλάχιστον μία απλή και συμβολική κίνηση, που όμως έχει την αξία της.
Ας αφήσουμε για ένα (τουλάχιστον) Σαββατοκύριακο τις παραλίες και τα μπάνια, ας αφήσουμε τους καφενέδες, τα σινεμά και τα θέατρα, ας απέχουμε από εκδρομές σε πολυσύχναστα μέρη, ας αφήσουμε τους κάμπους και τα χειμαδιά, και ας ανηφορίσουμε για την πανέμορφη ορεινή και ιστορική Ελλάδα.
Ας επισκεφτούμε τα γραφικά χωριουδάκια που ερημώνουν, ας κάνουμε συντροφιά και κουβέντα με τους εναπομείναντες γέροντες και γερόντισσες.
Πιστέψτε με αξίζει τον κόπο !
Ας περπατήσουμε στα παλιά μονοπάτια, που τα περπάτησαν γενιές και γενιές Ελλήνων, και που τώρα δεν περνάει κανείς.
Ας επισκεφτούμε σαν  προσκυνητές, τα μνημεία των αγωνιστών προγόνων μας, και τους τόπους εκείνους, όπου έδωσαν  μάχες και τους έχουν ποτισμένους με το αίμα τους.
Ας ανάψουμε ένα κερί στο ταπεινό ερημοκλήσι, στην μνήμη των γενεών  εκείνων, που μόχθησαν, αγωνίστηκαν σκληρά, πολέμησαν όταν χρειάστηκε, και έχτισαν τρανή Πατρίδα, που σήμερα πεθαίνει !
Ας ανεβούμε αξημέρωτα στην κορυφή του λόφου και ας δούμε την ανατολή του ήλιου μέσα απ’τή θάλασσα.
Με όλα αυτά, θα νιώσουμε προσκυνητές σε αγιασμένους τόπους !
Ύστερα ας κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας και ας διαλογιστούμε με τον εαυτό μας και τέλος ας κάνουμε μιάν  απολογία:

Ποιοί είμαστε; Πού βρισκόμαστε; Πού πάμε; Τι θέλουμε και τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα για την Ελλάδα, (ατομικά και συλλογικά σαν λαός), αλλά και για τις γενιές που έρχονται! Και ας αναρωτηθούμε: ΤΙ ΘΑ ΠΟΥΝ ΑΡΑΓΕ ΑΥΤΟΙ ΓΙΑ ΜΑΣ, ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ… ΦΥΓΕΙ!!!