ΑΠΟ ΤΗΝ «ΝΕΚΥΙΑ» ΣΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ (ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΥ)

Από την “Νέκυια” στα μοιρολόγια (άρθρο του Ν.Γ. Μιχαλολιάκου)

«Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας ἀθέλητα κρυμμένη” – ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Εκεί όπου περίτρανα αποδεικνύεται η Φυλετική συνέχεια των συγχρόνων Ελλήνων από τον μεγάλο εκείνο λαό, που δημιούργησε τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό, είναι τα λαογραφικά και θρησκειολογικά στοιχεία του νεωτέρου πολιτισμού τους. Στοιχεία, που μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνος ήσαν πανταχού παρόντα στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων. Μέχρι που η αστικοποίηση και η καταστροφή του λαϊκού μας πολιτισμού από το κοσμοπολίτικο πρότυπο του καιρού μας ισοπέδωσε τα πάντα.

Πρώτος την παρατήρηση αυτή έκανε ο μέγας Λαογράφος Νικόλαος Πολίτης, που κατ’ ουσίαν απέδειξε, αντλώντας υλικό από τον απλό λαό, ότι οι σημερινοί Έλληνες εξακολουθούν να πιστεύουν σε θεούς, νεράιδες και στοιχειά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, που τα πίστευαν και οι αρχαίοι Έλληνες.
Γιατί όμως, τα στοιχεία αυτά του λαϊκού πολιτισμού αποδεικνύουν ότι είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων; Μα για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν ήταν δυνατόν, όντας ξένος λαός προς τους Αρχαίους Έλληνες, οι σύγχρονοι Έλληνες να διατηρήσουν μέσα στην ψυχή τους αυτά τα στοιχεία.

Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι λευκοί Αυστραλοί ή οι λευκοί Αμερικανοί, στην Ωκεανία ή στις ΗΠΑ, δεν πιστεύουν ούτε έχουν κρατήσει στον λαϊκό τους πολιτισμό τα στοιχεία εκείνα τα μυθικά, που πίστευαν οι ιθαγενείς λαοί των δύο ηπείρων. Αντίθετα, ο λαϊκός τους πολιτισμός είναι γεμάτος από ήθη και έθιμα της ευρωπαϊκής χώρας από την οποία προέρχονται.

Εάν λοιπόν, οι σημερινοί Έλληνες, δεν ήσαν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, πως διεσώθησαν όλες αυτές οι πανάρχαιες παραδόσεις, όλη αυτή η πανάρχαια πίστη τους μέσα στην ψυχή τους; Άξιος συνεχιστής του έργου του Νικολάου Πολίτη υπήρξε ο Γ.Α. Μέγας, που το βιβλίο του “Ελληνικές Γιορτές” επανεκδόθη πρόσφατα από τις εκδόσεις “Εστία”. Από το βιβλίο του λοιπόν αυτό σας παραθέτουμε και το παρακάτω απόσπασμα:

“Όσον και αν η Εκκλησία προσεπάθησε με διδασκαλίας και νουθεσίας, με απειλάς και τιμωρίας να εκριζώση μύθους και συνηθείας της παλαιάς θρησκείας, ο άνθρωπος έμεινεν ο ίδιος εις την σκέψιν και το αίσθημα, προληπτικός και δεισιδαίμων, γεμάτος φόβους και τρόμους δια την ύπαρξιν και την ευτυχίαν του. Ασθένειαι, θάνατος, αποτυχίαι τον απειλούν ανά πάσαν στιγμήν και ο φόβος και η αγωνία του θολώνουν τον νουν, βλέπει και προοιωνίζεται δεινά, τα οποία προσπαθεί να προλάβη, ν’ αποτρέψη, ν’ αποσοβήση με τρόπους και μέσα που δεν έχουν πολλάκις σχέσιν με την αληθινήν εις τον Θεόν πίστιν, αλλ’ είναι μέθοδοι και συστήματα της μαγείας και της αρχαίας λατρείας”.

Από το ίδιο βιβλίο είναι και ένα άλλο απόσπασμα που θα παραθέσουμε στην συνέχεια και το οποίο ασχολείται με ένα από τα πλέον βαθύτατα και σκοτεινά στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής. Τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ένας λαός τον θάνατο, το πέρασμα στον Άδη. Γράφει ο Γ.Α. Μέγας:

“Τη μη σωματική, άυλη ύπαρξη αδυνατεί να την εννοήσει ο άνθρωπος του λαού και φαντάζεται τον νεκρό να μεταβαίνει στο λιβάδι της αλησμονιάς (τον “ασφοδελόν λειμώνα” των Αρχαίων) ολόσωμος, στη σωματική κατάσταση που τον βρήκε ο θάνατος.

Για το ίδιο θέμα γράφει στα “ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ”, Τραγούδια του κάτω κόσμου και του Χάρου και ο αείμνηστος καθηγητής Σωκράτης Κουγέας:

“Το 1998 προλογίζοντας ο Ζήσιμος Λορεντζάτος την έκδοση μοιρολογιών από την περιοχή της Αβίας της Δυτικής Μάνης που συγκέντρωσε ο παππούς μου, γράφει: “Τα μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι με διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας”. Και ως παράδειγμα παραθέτει το στίχο “Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ , μαχαίρια να χιονίσεις” σχολιάζοντάς τον ως “ποιητική σύλληψη που δεν θα την αποτολμούσε κανένας επώνυμος ποιητής”.

Τα μοιρολόγια που συνέλεξε ο παππούς μου το 1904, κατ’ εντολήν και προτροπή του συμπατριώτη του και μέντορά του, του πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη, εκδόθηκαν με φροντίδα του ομιλούντος το 2000 και αποτελούν τη βασική μου αποσκευή για την αναφορά στα μανιάτικα μοιρολόγια… Στίχοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, στίχοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι, τραγούδια που αναζητούν την αλήθεια για τον κάτω κόσμο, και τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις συναντάμε ως εισαγωγή σε οκτασύλλαβους με τους οποίους κατά κανόνα αναφέρονται στον νεκρό και εξιστορούν τα πάθη του οι ζωντανοί.

“Θεέ μου, και να ταξίδευα αντάμα με τον Χάρο,
να ‘ν ́ το ταξίδι μου μακρύ κι ο δρόμος μου μεγάλος,
να κάτσω να τον ερωτώ για τους αποθαμένους:
τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και οι πτωχοί στον Άδη
κι αν μεγαλώνουν οι μικροί και γένονται μεγάλοι
κι αν ξαρρωσταίνουν οι άρρωστοι και γιαίνουν οι λαβωμένοι κι αν έρχονται στον τόπο τους οι ξενοπεθαμένοι.”

Μέσα στον Άδη, τον σκοτεινό και αραχνιασμένο αυτό κατοικητήριο, όλοι, καλοί και κακοί, γέροντες και νέοι, συνωθούνται χωρίς διάκριση, έλεος και παρηγοριά. Άγριος και αδυσώπητος κυρίαρχος του Άδη ο Χάροντας, βασιλεύει ανάμεσα στους νεκρούς με τη Χαρόντισσά του.

“Ο Άδης των σημερινών Ελλήνων”, λέγει ο Martin Nilsson, ο σοφός ερευνητής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, “είναι ο χωρίς ύπαρξη και παρηγοριά, υποχθόνιος κόσμος του Ομήρου, αν και η χριστιανική διδασκαλία για τον ουρανό και την κόλαση είναι γνωστή. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι ο Ομηρικός κόσμος των νεκρών χαράχτηκε τόσο βαθιά στη συνείδηση του λαού, ώστε ούτε η μυθολογία ούτε η θρησκεία κατόρθωσαν να τον εκβάλουν”.

Ν.Γ. ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ
 

http://www.xrisiavgi.com