Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

 

Γράφει ο Φώτης Νάκος

Πρόκειται για μια ιστορία που κινείται στα πλαίσια του φανταστικού και περιγράφει ένα σκοτεινό μέλλον που πιθανόν να έρθει.  Αφορμή για την συγγραφή αυτής της μικρής ιστορίας, έδωσε η ανάγνωση ενός διηγήματος του Howard Robin Erwin ενός συγγραφέα, που ενώ γεννήθηκε στο Τέξας στις αρχές του 20ου αιώνα, ποτέ δεν απαρνήθηκε την Ιρλανδική κέλτικη καταγωγή του, και έγραψε μια σειρά διηγημάτων όπου εξυμνούσε την Άρια καταγωγή του και περιέγραφε σχεδόν πάντα την αρχέγονη μάχη του καλού με το αιώνιο κακό. 

Το μέλλον που περιγράφεται στις παρακάτω σελίδες, ειδικά στις στιγμές που διανύουμε την τωρινή εποχή, ίσως να μην φαντάζουν και τόσο εξωπραγματικές. Χρέος μας όμως είναι να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να προλαβαίνουμε το κακό πριν αυτό μας χτυπήσει την πόρτα, γιατί τότε είναι πολύ αργά…

                                            

                                                                                           

Η νύχτα ήταν και σήμερα φωτεινή. Ο καθαρός ουρανός έλουζε με το φώς χιλιάδων αστεριών την Ελληνική γη. Σε άλλους καιρούς ίσως αυτή η νύχτα να προσφερόταν για διασκέδαση  και χαλάρωση από την κούραση της μέρας. Ο μεγαλόσωμος άνδρας όμως που καθόταν σε μια βουνοκορφή του Ολύμπου, κοιτάζοντας τον ξάστερο ουρανό, δεν είχε στο νου του την διασκέδαση, αλλά χιλιάδες σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις που κατέκλυζαν τα μονοπάτια του μυαλού του. 

Με ύψος γύρω στο 1,80, μεγάλο μέτωπο και καστανοπράσινα μάτια, σπαστά καστανά μαλλιά και σώμα γεροδεμένο από το μόχθο της γης και την έξαψη της μάχης, ήταν το τέλειο δείγμα της Ελληνικής φυλής. Στο σώμα του αμέτρητες ουλές παλιές και καινούργιες, παράσημα της αφοσίωσης και του θάρρους στο στίβο του πολέμου.

Στεκόταν πια μόνος, φρουρός της τελευταίας σπιθαμής ελεύθερης γης,  για την περήφανη φυλή του. Εκεί στα μέρη που ο μύθος συναντούσε την ιστορία, εκεί που οι μοίρες ύφαιναν το παρελθόν και το μέλλον των ανθρώπων, αυτός μοναχός του, έπρεπε να υπερασπιστεί την καταγωγή του, το δοξασμένο όνομα του Έθνους του, την χιλιοτραγουδισμένη ιστορία του τόπου του, που ακόμα και τώρα έφερνε το φόβο στα μάτια των ασεβών.

‘’Πως φθάσαμε ως εδώ΄΄ αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα, και αμέσως το μυαλό του, δίνοντας του την απάντηση, ανέτρεξε στα τελευταία χρόνια που έμελε να είναι και τα τελευταία αυτού του σπουδαίου λαού. 

Πριν από μερικά χρόνια, που αυτός ήταν ακόμη αγέννητος, τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο εξόντωσης όλων των λαών της Ευρωπαϊκής ηπείρου. Από τα ίδια ακριβώς κέντρα που οδήγησαν και στον μεγάλο εμφύλιο πόλεμο πριν από 100 χρόνια, και που δεν χόρτασαν από το αγνό αίμα εκατομμυρίων λευκών, αλλά απεργάζονταν υποχθόνια, εδώ και χιλιάδες χρόνια για να λέμε την αλήθεια, το τελικό χτύπημα και την πλήρη καταστροφή του καθετί που θα θύμιζε την μεγάλη Ευρωπαϊκή φυλή και ιδιαίτερα την Ελληνική, το θεματοφύλακα των αξιών και των παραδόσεων όλου του λευκού κόσμου, τον κυματοθραύστη που έσπαγαν τα μούτρα τους χιλιάδες χρόνια τώρα,  οι επίδοξοι κατακτητές και τα αφεντικά τους. Αυτοί οι περίεργοι Έλληνες ότι και να τους έκανες, πάντα έβρισκαν τον τρόπο να αναγεννηθούν, και να συνεχίσουν να γράφουν και άλλα ένδοξα κεφάλαια στην πλούσια ιστορία τους, κομματιάζοντας για αιώνες τα όνειρα, μογγόλων και σημιτών για την υποδούλωση της γηραιάς ηπείρου. ‘Ετσι τα τρωκτικά της ανθρώπινης ιστορίας βρήκαν άλλο τρόπο να κυριαρχήσουν, εφόσον η απευθείας επίθεση δεν τους χάριζε τίποτα άλλο παρά πόνο και ταπεινωτικές ήττες.

Στην αρχή δημιούργησαν μια νέα θρησκεία, που την ονόμασαν διαφωτισμό, μετά ανθρώπινα δικαιώματα,  κατόπιν πολιπολιτισμικότητα, και τελικά δικαίωμα του διαφορετικού. Εισχωρώντας στην εκπαίδευση και τοποθετώντας δικούς τους ανθρώπους σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις Εθνικές κυβερνήσεις, έκαναν τη θρησκεία αυτή να επικρατήσει  σε όλη την γηραιά Αλβιόνα, σχεδόν υποχρεωτικά στα τελευταία στάδια του εγχειρήματος τους, και μετέτρεψαν έτσι τους παλιούς υπερήφανους Ευρωπαίους σε όντα πολύχρωμα μα γκρίζα, πειθήνια και άβουλα, που είχαν όμως την ψευδαίσθηση της άκρατης ελευθερίας. Ακολούθως βάφτισαν το ανώμαλο και αφύσικο, επιλογή, χτυπώντας τον κοινωνικό ιστό και τον στυλοβάτη του κάθε έθνους, την οικογένεια, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο,  σε φυσικό μαρασμό και εξαφάνιση, λόγω υπογεννητικότητας, τα άλλοτε περήφανα έθνη που απαρτίζουν το χάρτη της Ευρώπης. 

Δεν έφθανε όμως αυτό. Δημιούργησαν τεχνητούς πολέμους και εντάσεις σε όλη την αφρικανική ήπειρο, αλλά και την ανατολική μεσόγειο,( εκτός από ένα μικρό κομμάτι που κατοικούσαν οι απόγονοι του αβραάμ  και κανένας δεν το πείραζε,) στέλνοντας με αυτό τον τρόπο εκατομμύρια τριτοκοσμικούς στα ειρηνικά εδάφη των αποπροσανατολισμένων και αποκομμένων από την κληρονομιά τους πια ευρωπαίων, που στο όνομα της εν λόγω θρησκείας υποδέχθηκαν μετά βαΐων και κλάδων,  τους μετέπειτα σφαγείς τους. Όποιος τολμούσε να φέρει ένα διαφορετικό λόγο και να προσπαθήσει να προειδοποιήσει για το κακό που έρχονταν, βαφτιζόταν ρατσιστής και φασίστας, και με την βοήθεια ακόμη και νόμων που είχαν υπερψηφίσει όλες οι εθνικές κυβερνήσεις, οδηγούταν στην κοινωνική μα και φυσική εξόντωση του πολλές φορές. Τι και αν οι νέοι άποικοι έφεραν μαζί τους και την αποκρουστική θρησκεία τους, και έσφαζαν στο όνομα της τον κάθε λευκό που συναντούσαν στο δρόμο τους, τι και αν οι τρομοκρατικές επιθέσεις έστελναν στο θάνατο σχεδόν καθημερινά εκατοντάδες, κανένας δεν έριχνε την ευθύνη στα βαρβαρικά κύματα που είχαν κατακλύσει όλες τις χώρες, αλλά αντίθετα έβγαζαν συνεχώς νέους νόμους που υποστήριζαν τους νεοαποίκους και τους έδιναν περισσότερα δικαιώματα και από τους παλιούς αυτόχθονες κατοίκους, της πολύπαθους αυτής ηπείρου. Για την πλήρη ενσωμάτωση τους μάλιστα προωθήθηκαν και σχεδόν έγιναν υποχρεωτικοί οι μικτοί γάμοι, με προνόμια οικονομικά και κοινωνικά για αυτούς πους τους έκαναν. Όλη η Ευρώπη σιγά σιγά,  μα σταθερά, άλλαζε χαρακτήρα και οι κάτοικοι της μετατρέπονταν σε μια νέα φυλή ακαθορίστου μα σκούρου χρώματος, χωρίς παρελθόν και ιστορία, χωρίς αξίες και ήθος, μια φυλή που θα μπορούσε να εργάζεται αγόγγυστα για πενταροδεκάρες, για τα αφεντικά της που ουσιαστικά την δημιούργησαν. 

Και εκεί στο τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν οι πρόγονοι μας, κάποιοι αποφάσισαν να μην παραδοθούν στην λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και να ανατρέξουν στο ένδοξο παρελθόν τους, μήπως και σώσουν το μέλλον τους. Έφυγαν από τις μεγαλουπόλεις και τα τεράστια αστικά κέντρα που είχαν παραδοθεί στην νέα τάξη πραγμάτων, και αποφάσισαν να ζήσουν στην ύπαιθρο, σε απομονωμένα χωριά και οικισμούς μακριά από αυτούς που είχαν ενδώσει ήδη και είχαν απαρνηθεί το ποιοι είναι, και μακριά από τα βαρβαρικά φύλλα που είχαν κατακλύσει τις περιοχές τους. Οργάνωσαν λοιπόν τις νέες περιοχές σε πρότυπα πόλης κράτους, τις οποίες και θα υπερασπίζονταν μέχρι τέλους. 

Έτσι συνέβη και στη Ελλάδα, και όσοι ήθελαν να κρατήσουν τα ήθη και τα έθιμα της φυλής χωρίς να αλλοιώσουν το αίμα της, υποκύπτοντας στην νέα τάξη πραγμάτων, μετακόμισαν με τις οικογένειες τους σε χωριά και μέρη απομονωμένα της πατρώας γης, μα πλούσια αν ήθελες να τα δουλέψεις  και να ζήσεις από αυτά που απλόχερα προσέφερε πάντα η ηλιογέννητη χώρα μας. Αλλά ακόμη και αυτό δεν άρεσε στους γαμψομύτες ηγέτες της παγκοσμιοποίησης, που αναγνώριζαν σε αυτούς τους μικρούς θύλακες ζωής την αντίσταση στα σκοτεινά σχέδια τους. Για αυτό έθεσαν εκτός νόμου όλους αυτούς που προσπάθησαν να βρουν ένα νέο τρόπο ζωής, μα και αρχαίο συνάμα, και δεν ήθελαν να υποταχθούν στα βρώμικα σχέδια τους. Έτσι ξεκίνησε ένας μακρύς και σκληρός αγώνας, μια μάχη μέχρι εσχάτων για τους τελευταίους πιστούς. Μπορεί οι εχθροί να ήταν περισσότεροι, και καλύτερα εξοπλισμένοι, αλλά από την μια,  η εξυπνάδα που διακρίνει τους ανθρώπους της φυλής μας, και από την άλλη η αλλαγή που έφερε στα σώματα τους η ενασχόληση με την γη και η σκληρότητα της μάχης, τους έκανε να μοιάζουν ανίκητοι, στα μάτια των υποσαχάριων και των μογγόλων που αντιμετώπιζαν. Έμοιαζαν πια με αυτούς τους ατρόμητους πολεμιστές που μεγαλούργησαν στην απαρχή του χρόνου και διάβαζαν για αυτούς και την αιώνια δόξα τους σε βιβλία που είχαν κηρυχτεί παράνομα. 

Μα η φύση είναι σκληρή και όταν την εγκαταλείψεις σε εγκαταλείπει και αυτή. Ένας ιός, μια αρρώστια όταν δεν χτυπηθεί και πολεμηθεί στην γέννηση της, γίνεται επιδημία και σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα της. Για αυτό παρ όλες τις προσπάθειες τους οι τελευταίοι υπερασπιστές ήταν φυσικό να νικηθούν από την υπεροπλία του εχθρού σε αναλώσιμους στρατιώτες. Τους έριχναν σε κύματα να σφαγιάζονται από τους καλύτερους πολεμιστές του κόσμου, τους Έλληνες, και πάντα έρχονταν και περισσότεροι, ενώ αντίθετα οι απώλειες των Ελλήνων δεν μπορούσαν να αναπληρωθούν. Το έργο γνωστό και η τακτική η ίδια,  από τους αρχαίους χρόνους ως τον αδελφοκτόνο μεγάλο εμφύλιο που σάρωσε την γή των προγόνων.

Έτσι έφθασε ως εδώ. Ο τελευταίος υπερασπιστής. Μόνος εκεί σε μια γωνιά του Ολύμπου. Ανάμεσα σε πτώματα των τελευταίων συναγωνιστών και συντρόφων. Ο ήλιος που λαμπερός όπως πάντα φωτίζει το πιο ιερό μέρος της υφηλίου, την χώρα του Μέγα Αλέξανδρου και του Αχιλλέα, των υπερασπιστών της χιλιόχρονης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, του έπους του ΄40 και των γενναίων της Κύπρου, έμελλε να είναι και ο θεατής της τελευταίας μάχης. Πόσο ταιριαστό τέλος σκέφθηκε μέσα ο υπέρμαχος της φυλής. Ο ήλιος που μας γέννησε πριν από εκατομμύρια χρόνια θα μας δεί και να πεθαίνουμε, αλλά με το κεφάλι ψηλά, πιστούς στις εντολές του αίματος που όριζε την τύχη μας από τη αρχή του χρόνου. 

Δύο γεμιστήρες του είχαν μείνει και δεν ήθελε να πάει χαμένη ούτε μια σφαίρα. Περίμενε υπομονετικά τους αλαλάζοντες βαρβάρους να έρθουν κοντά. Η μάχη κράτησε όση ώρα κράτησαν και οι σφαίρες. Και μετά το μεγάλο κυνηγητικό μαχαίρι βγήκε από το θηκάρι του για να πάρει όσους μπορούσε μαζί του. Έπεσαν πάνω του μυριάδες, και έσφαζε όσους μπορούσε μέχρι που στόμωσε και το μαχαίρι, και μετά με τα χέρια του και τις πέτρες που ήταν γύρω. Ο τελευταίος Έλληνας έπεσε και επάνω του καρφώθηκαν με μανία χιλιάδες μαχαίρια, χτυπήθηκε αλύπητα ακόμη και όταν ήταν νεκρός. Το πλήθος αποτραβήχτηκε από το ματωμένο κουφάρι για να πανηγυρίσει την νίκη του και τότε πρόσεξαν το μεγάλο χαμόγελο στα χείλη του ήρωα. 

Δεν ένοιωθε πόνο στο τέλος, δεν ένοιωθε την αγωνία του θανάτου να του πλημμυρίζει το είναι του. Απλά μέσα από ένα χρυσό σύννεφο, είδε το πατέρα του να ξεπροβάλλει παρέα με τους συναγωνιστές του στην μάχη και την ζωή, να του ανοίγουν την πόρτα και του δίνουν μια θέση ανάμεσα σε όλους τους προγόνους, ως άξιο συνεχιστή τους. 

‘ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ Η ΠΟΡΤΑ ΤΩΝ ΗΛΥΣΙΩΝ ΠΕΔΙΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΔΕΧΘΕΙ ΕΝΑ ΗΡΩΑ. ΕΝΑΝ ΕΛΛΗΝΑ.