ΕΣΣΕΤΑΙ ΗΜΑΡ – ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΜΕΡΑ

1η εκδοχή:
Η φράση προέρχεται από το χρησμό της τελευταίας Πυθίας που είπε: «ἔστ’ ἦμαρ ὅτε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καὶ ες αεί ἔσσεται» (Θα έρθει μέρα που ο Απόλλωνας θα επιστρέψει και θα μείνει για πάντα). 

Γράφει ο Φώτης Νάκος

ΣΕ μια παλαιότερη εποχή, όταν ήθελαν μερικοί, που δεν ήταν και λίγοι, να εκφράσουν την αδιαφορία και την απουσία από τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, αναφέρονταν σχεδόν πάντα στον χώρο της πατριωτικής δεξιάς και όχι πάντοτε άδικα. Στους καιρούς που ζούμε όμως κάτι αλλάζει. Ένας καινούργιος ορίζοντας χαράζει. Εδώ και χρόνια η Χρυσή Αυγή  χτύπησε την καμπάνα του συναγερμού για τους κινδύνους, που απειλούν την ελληνική κοινωνία. Κάποιοι έσπευσαν να την κακολογήσουν και να της προσάψουν τη μομφή του «οπισθοδρομισμού»και του νεοναζισμού. Είναι οι συνήθεις υπνωτιστές του ελληνικού λαού που χτυπούν κάθε φορά αυτόν που χτυπάει την καμπάνα του συναγερμού και όχι όποιον βάζει τη φωτιά. Σήμερα δυστυχώς έχουμε φθάσει στο όριο των καιρών. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι και το γλωσσικό τοπίο μας που πάει να ρημάξει. Αποψιλώνεται συνεχώς από τους «μεταρρυθμιστές», που απορρύθμισαν τη γλώσσα και την παιδεία μας Ωστόσο, οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες για ανάκαμψη δεν λείπουν.
Παρόλα αυτά αν παρατηρήσουμε την υποχώρηση της διδασκαλίας των αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αλλά και  την επέλαση του λατινικού αλφαβήτου, η ελληνική γραφή τείνει να εξαφανιστεί. Ειρωνικό βέβαια είναι ότι συγχρόνως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη εισάγουν την διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής σε όλες σχεδόν τις βαθμίδες της εκπαίδευσης τους 

Φανταστείτε λοιπόν συναγωνιστές ότι επαναφέρουν οι ξένοι τα αρχαία και να τα απορρίπτουμε εμείς, και την ώρα που αυτοί μελετούν την εισαγωγή τους, η δική μας επίτροπος ( Δαμανάκη) να κόπτεται υπέρ της ανακηρύξεως της αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας στον τόπο μας, ενώ είναι και στους πιο ηλίθιους  φανερό, ότι η αγγλική de facto και για μερικούς de jure έχει την πρωτεύουσα θέση στις μαθήσεις και προτιμήσεις των κατοίκων της Ευρωκώσταινας.

Εφόσον δεν αφυπνισθούμε και δεν δραστηριοποιηθούμε έστω και την ύστατη στιγμή και εφόσον, για να θυμηθώ τον Θουκυδίδη, η «φύσις» του σύγχρονου Έλληνα παραμένει ανθελληνική, βλέπω το μέλλον της Ελλάδας ζοφερό. Φοβάμαι ότι στο μέλλον η ιστορία της Ελλάδας δεν θα είναι ελληνική. Είμαστε – όσοι απομείναμε – η τελευταία γενιά που ομιλεί και γράφει κάπως υποφερτά την ελληνική. Η καθαρεύουσα του μέλλοντος θα είναι η αμερικανική και η δημοτική του μέλλοντος η απλουστευμένη αλβανική. Οι παλαιότεροι ίσως ενθυμούνται το παλιό σατιρικό τραγούδι, που έλεγε: «Ρε, γυναίκα, τίνος είναι τα παιδιά; / Τό ’να μου φωνάζει «γιες» τ’ άλλο μου φωνάζει «για», ρε γυναίκα, δεν μιλούν ελληνικά». Τώρα όμως είναι η ώρα που το τραγούδι αυτό «δικαιώνεται». Τα παιδιά που θα έλθουν μετά από μας, δεν θα είναι δικά μας παιδιά. Τα παιδιά είναι πάντα παιδιά της παιδείας τους, και τούτη η παιδεία, που τους προσφέρουμε, δεν είναι παιδεία ελληνική. Όταν δεν είναι ανθελληνική, είναι υποπαιδεία, μια ανάπηρη ή ημιπληγική παιδεία, ένας καθρέπτης δηλαδή της αλλοτρίωσης, που έχει επέλθει από τους ψευτοδιανοούμενους μπολσεβίκους, που κυριαρχούν σε ολόκληρη την παιδία μας με τις ευλογίες βέβαια, για μην το ξεχνάμε, της ψευτοδεξιάς νουδούλας 

Υποβάλλουμε τα παιδιά και τον εαυτό μας σε μια δίαιτα πνευματικής και γλωσσικής σκουπιδοτροφίας, έτσι που μόνο στη βωμολοχία, στη χυδαιολογία και στην αισχρογραφία – κι αυτό φαίνεται από την κρατικοβραβευόμενη και κρατικοπροβαλλόμενη λογοτεχνία – διαπρέπουμε. Αν θεωρήσω κιόλας σοβαρές, τις προηγούμενες δηλώσεις της Δαμανάκη, που αναδεικνύουν τις διαρκείς εξετάσεις υποτελείας, στους γνωστούς αγνώστους που αποσκοπούν στην εξαφάνιση της ελληνικής φυλής, φαίνεται πως φθάσαμε σε μια φάση ωριμάνσεως, που ευνοεί ένα διαλεκτικό άλμα: να μεταπηδήσουμε δηλαδή από την ελληνική σε μια αγγλική αμερικανικού τύπου. Κάτι που για μένα σημαίνει αντιστροφή της θεωρίας του Ντάργουιν: γλωσσική επιστροφή στον πίθηκο.

Όλα αυτά, που συμβαίνουν γύρω μας, συνθέτουν μια θλιβερή προοπτική μέλλοντος. Γι’ αυτό θυμάμαι διαρκώς μια μελαγχολική φράση του Κάφκα: «Υπάρχουν πολλές ελπίδες, για μας καμιά». Εκτός, και το τονίζω, εκτός και αν η Χρυσή Αυγή επιτέλους αναλάβει την προστασία του γένους των Ελλήνων. Ο ελληνικός κόσμος, που μαραζώνει λόγω πληθυσμιακής γηράνσεως και γλωσσικής αποξηράνσεως, αρχίζει να σβήνει μέσα στην πληθυσμιακή και γλωσσική πλημμυρίδα άλλων εύρωστων λαών. Προβλέπεται ότι σε ένα όχι πολύ μακρινό μέλλον – αν δεν προτάξουμε έστω και τώρα μια εθνική αντίσταση – θα γίνουμε σαν τους Ποσειδωνιάτες, τους κατοίκους του σημερινού Παίστουμ, που κάποτε ήσαν Έλληνες, αλλ’ όπως λέει ο Αθήναιος, εβαρβαρώθηκαν αφού αναμίχθηκαν με Τυρρηνούς ή Ρωμαίους «και την τε φωνήν μεταβεβληκέναι». Οι Ποσειδωνιάτες μια φορά το χρόνο, λέει ο Αθήναιος, συνέρχονταν για να συμμετάσχουν σε κάποια παλιά ελληνική γιορτή. Και τότε συνέβαινε το εξής: «Αναμιμνήσκονται των αρχαίων ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους και δακρύσαντες απέρχονται».Αυτό το περιστατικό ενέπνευσε στον Καβάφη να γράψει ένα ποίημα συγκλονιστικό, υπό τον τίτλο «Ποσειδωνιάται», όπου τελικά φαίνεται ότι οι στίχοι γράφτηκαν όχι για κείνους, γράφτηκαν για μας. Λέει ο Καβάφης:

«Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.

Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες –

Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί.

Και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,

Να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά

Βγαλμένοι –ω συμφορά!- απ’ τον Ελληνισμό».

Από τούτο τον Ελληνισμό, που τόσο ως λέξη ενοχλεί, ήταν βγαλμένοι όλοι οι κάτω της Νεαπόλεως, και ίσως είχαν ακούσει το παλαιό τραγουδάκι που έλεγε: “Anche noi fumo Graeci” (= Κάποτε κι εμείς ήμαστε Έλληνες)”. Ασφαλώς κάτι ανάλογο θα λέμε κι εμείς μετά από κάποια χρόνια, όταν η πολιτισμένη ανθρωπότητα θα ξαναστραφεί προς τις κλασικές σπουδές, αλλά τότε πια δεν θα είμαστε Έλληνες. 

Πάντα όμως υπάρχει καιρός για ανάκαμψη. Ποτέ δεν είναι νωρίς. Η ελληνική ακόμη αντέχει. Δεν το κρύβω ότι με φοβίζουν οι «ρεαλισμοί». Τούτοι οι «ρεαλισμοί» των πολιτικών μας είναι που μας έφαγαν, αρχίζοντας από τη γλώσσα. Έτσι και η κατάρα για την εγκληματική γλωσσική μας πολιτική θ’ αφανίσει κι εμάς. Το ζήτημα της γλωσσικής παιδείας είναι βέβαια πολιτικό, όχι όμως γιατί έγινε αρμοδιότητα των πολιτικών, αλλά γιατί άπτεται αμέσως και εμμέσως της εθνικής μας ύπαρξης. Δεν ήταν αφελής ο Σολωμός όταν έλεγε στο «Διάλογο», το πεζό αριστούργημά του, την περίφημη φράση: «Μήγαρις έχω τίποτε άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;». Γλώσσα και εθνική ελευθερία πάνε μαζί. Η γλώσσα είναι το σπαθί της ελευθερίας, κι απ’ την όψη της γλώσσας και της γραφής γνωρίζει κανείς το μέγεθος της ελευθερίας, που είναι άξιος να σηκώσει ένας λαός

Ασφαλώς δεν ήταν αφελής και ο Λένιν, όταν έλεγε, «εάν θέλεις να εξαφανίσεις ένα λαό, εξαφάνισε τη γλώσσα του». Ασφαλώς και οι πολιτικοί του απόγονοι που κυριαρχούν στις μέρες μας δεν το ξεχνούν. Οι θλιβεροί σταλινίσκοι που κυβερνούν την ηλιογέννητη χώρα μας προσπαθούν με κάθε τρόπο να ολοκληρώσουν τα σχέδια τους για αφανισμό της φυλής. Η νέα μορφή αφανισμού, ενός πραγματικού ολοκαυτώματος συντελείται αυτή την στιγμή στην Ελλάδα μας. Με τον ευτελισμό της εθνικής μας γλώσσας, την οικονομική και πολιτική κυριαρχία των ξένων και των ντόπιων ακολούθων τους. 

 Στα τέλη του 19ου αιώνα ο λόρδος Λοντόντερυ (Londonderry) είχε πει ότι η Ελλάς, για να καταστεί όσο γίνεται λιγότερο επικίνδυνη, πρέπει ο λαός της να γίνει μικρόψυχος σαν τους λαούς του Ινδοστάν (Βλ. Γ. Φιλάρετου:«Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι 1821-1897», σ. 116). Έναν αιώνα μετά κάποιος πνευματικός κληρονόμος του λόρδου Λοντόντερυ γνωστός σαν Χένρυ Κίσινγκερ διακήρυξε, ότι πρέπει να καταστραφούν οι βάσεις της κλασικής μας παιδείας, καθώς και οι παραδόσεις της φυλής μας, για να γίνουν έτσι οι Έλληνες πιο ευκολοκυβέρνητοι. Πραγματικά δύο χρόνια μετά το Πολυτεχνείο άρχισε η κατεδάφιση της κλασικής μας παιδείας, η διάβρωση και η συρρίκνωση της εθνικής μας γλώσσας. Τυχαίο άραγε; Σήμερα, νομίζω ότι ο σκοπός που έθεσε ο λόρδος Λοντόντερυ επετεύχθη. Γίναμε ένας λαός που μισεί, που αποστρέφεται και απεχθάνεται τη γλώσσα του. Ένας λαός που αποδοκιμάζει τα ιερά και όσια της φυλής του σε αντάλλαγμα μιας επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας που τελικά ποτέ δεν έρχεται. Η νέα τάξη είναι εδώ και προσπαθεί με κάθε μέσο να τελειώσει τον ορισμό Έλληνας και Ελλάς. 

Το όποιο αυριανό πρόβλημα, που θα προκύψει, ίσως θα λυθεί με την προσθήκη ενός ακόμη αστερίσκου στην αμερικανική σημαία, ίσως δε, με την μορφή σφυροδρέπανου.

Μα τότε προς τί ο αγώνας μας. Εγώ ως Έλληνας χρυσαυγίτης μάχομαι, επειδή θέλω να θυμάμαι τις Θερμοπύλες. Κι όποιος θυμάται τις Θερμοπύλες, θυμάται όχι μόνο το Λεωνίδα, θυμάται και τον Εφιάλτη. Πολλοί γνωρίζουν πώς έπεσε ο Λεωνίδας, λίγοι όμως γνωρίζουν το τέλος του Εφιάλτη. 

«Έσσεται ήμαρ» λοιπόν. Θα έλθει κάποτε καιρός που τα όνειρα θα λάβουνε εκδίκηση. Ας μη μας φοβίζει το πυκνό σκοτάδι, που μας ζώνει από παντού. Μετά από αυτό έρχεται η αυγή. Δεν θ’ αργήσει να φανεί καινούργιος ήλιος πάνω από τον ουρανό της Ελλάδας. Κι όλοι μαζί πρέπει να σηκώσουμε και να στυλώσουμε τούτο τον ήλιο και να τον κρατήσουμε πάνω από τα κεφάλια μας.

Μετά από όλα αυτά που σας ανέφερα ίσως πολλοί να με χαρακτηρίσουν ως απαισιόδοξο. Δυστυχώς συναγωνιστές, υπάρχει ισχυρή δόση «σταλινίνης» στο πνευματικό μας οικοδόμημα. Επί Στάλιν ο Ζντάνωφ είχε επιβάλει την αισιοδοξία ως πολιτική γραμμή στη λογοτεχνία και την πνευματική ζωή. Για μένα η αισιοδοξία είναι έκφραση μοιρολατρίας. Το ότι ενδεχομένως τα πράγματα μπορούν μελλοντικά να έχουν καλύτερη έκβαση, αυτό δεν με υποχρεώνει να βλέπω με ροζ γυαλιά την υπάρχουσα κατάσταση και να την ωραιοποιώ. Προτιμώ να βλέπω το δυσάρεστο και να μάχομαι εναντίον του. Η αισιοδοξία είναι μάχη, έστω κι αν πρόκειται να χάσεις. 

Για αυτό ο καθένας από εμάς ως πιστός στρατιώτης της Ιδέας, ας δώσει την δική του μάχη. Στην οικογένεια του, στους συγγενείς του, στον κοινωνικό του περίγυρο, στις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Σε όλους τους συμπατριώτες μας πρέπει να κοινωνήσουμε την Εθνική Αλήθεια και να τους ξυπνήσουμε από τον λήθαργο και το αίσθημα παράδοσης. Όλοι πρέπει να καταλάβουν ότι εχθρός δεν έρχεται, αλλά είναι ήδη εδώ. Και όλοι μαζί με περίσσιο θάρρος να αντιτάξουμε σε αυτόν την θέληση μας για μια Ελλάδα ελεύθερη που θα ακτινοβολεί το Φως του Ελληνισμού σε όλο τον κόσμο και πάλι.

«Έσσεται ήμαρ» λοιπόν. Και όπως είπε κάποτε κάποιος στην πιο μαύρη ώρα: ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ Η ΓΗ ΘΑ ΤΡΈΜΕΙ.    Ζήτω η νίκη