ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ

Το παρόν και το μέλλον της ελληνικής εθνικής ψυχής

Πως φτάσαμε από την «Μεγάλη Ιδέα» στην παγερή αδιαφορία για την ίδια μας την Πατρίδα;

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να εξετασθεί το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ελληνικής εθνικής ψυχής, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα για την βελτίωση της καταστάσεως στην οποία έχει περιέλθει σήμερα.

Οι παράγοντες που συνθέτουν την ψυχή είναι η κληρονομικότητα και το περιβάλλον, με το δεύτερο να παίζει ρόλο στο ποια χαρακτηριστικά (προερχόμενα από το πρώτο) θα εκδηλωθούν. Η ψυχή αυτή απαιτείται πρωτίστως να διαθέτει και υγειές σώμα προκειμένου να κατοικεί, δηλαδή τον ελληνικό λαό, ο οποίος, τα τελευταία χρόνια βρίσκεται υπό στυγνό διωγμό, ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή του αντιρατσιστικού νόμου, αφού τηρεί παθητική κατάσταση απέναντι στην εισβολή ξένων παραγόντων ιδίως στο περιβάλλον.

Κατά την παρούσα χρονική περίοδο, η οποία επί της ουσίας ξεκίνησε προ δύο αιώνων (αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821), είναι κοινώς παραδεκτό ότι η ελληνική ψυχή πάσχει και δυστυχώς μόνον ευχές και ελπίδες εκφράζονται για την ανόρθωσή της. Κάποιοι, πιο απαισιόδοξοι από τους έχοντες τον κοινό νου, θεωρούν ότι η ψυχή αυτή έσβησε ή ακόμη πιο απλά χάθηκε, πέθανε. Είναι δυνατόν όμως κάτι άϋλο, πνευματικό να χαθεί αφού δεν έχει υλική υπόσταση; Τούτο αντιθέτως δεν σημαίνει ότι η υλική υπόσταση που την περιβάλλει δεν την επηρεάζει!

ΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ «ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ»
Ο Νεοέλλην αντιμετωπίζει την κατάσταση αυτή υπό την επιρροή ενός «νέου δόγματος», αυτού του «δεν πειράζει», παρά το γεγονός ότι για μικρές σύντομες περιόδους το πνεύμα αυτό παύει να επηρεάζει και υποκύπτει στην θέληση για πρόοδο. Οι χλιαρές αυτές αναλαμπές δεν αποδίδουν, έχουν αποτέλεσμα την επαναφορά της καταστάσεως σε περιόδους μετριότητας (βιωσιμότητας στην σύγχρονη ορολογία) και χρέους. Η κατάσταση αυτή γίνεται αποδεκτή με ψυχρή αδιαφορία και το μεγαλύτερο μέρος του λαού αδρανεί, σαν να βρίσκεται σε ύπνωση. Καταλήγει δε να αποδέχεται αλλογενείς και ημετέρους, να κατακρίνουν την ψυχή του και να την χαρακτηρίζουν κατώτερη και άξια της τύχης αυτής. Το «νέο δόγμα» ετέθη εντός εισαγωγικών προκειμένου να δηλώνει ότι δεν είναι νέο, αλλά πρόκειται για ένα περιοδικό φαινόμενο, που επανέρχεται μετά από κάθε άνοδο, για να μην επιτρέψει την πλήρη επικράτηση της φυλής μας επί των υπολοίπων. Αντιθέτως, μέσα σε όλα αυτά, καταντήσαμε να είμαστε σε μια χώρα που βρίσκεται σε περίοδο κατοχής, ή καλύτερα, σε μια αποικία διακοπών υπό εξαφάνιση.

Η επινόηση της Μεγάλης Ιδέας και η μερική υλοποίησή της, μέχρι το 1922, ήταν μια πραγματικότητα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Σήμερα, η Μεγάλη Ιδέα έχει απαγορευθεί και ξεχασθεί. Απαιτείται να ερευνηθεί το γιατί, προκειμένου να αναγεννηθεί (ίσως με άλλο όνομα) και να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη προς ένα καλύτερο μέλλον για το έθνος.

Η Μεγάλη Ιδέα ξεκίνησε με την ελληνική επανάσταση που προαναφέρθηκε, είχε μια πορεία διπλή, την ένοπλη εξέγερση και την διπλωματική διαδικασία. Η πρώτη με ένοπλους αγώνες στα πεδία των μαχών και με θυσίες αίματος και η δεύτερη χωρίς όπλα, στα σαλόνια με συζητήσεις και έγγραφα, αλλά με πόνο ψυχής. Τα πεδία των μαχών ανέδειξαν ήρωες, νεκρούς οι οποίοι σαν να είναι ζωντανοί αποτέλεσαν το παράδειγμα για να συνεχίσουν τον αγώνα όσοι παρέμειναν ζωντανοί. Οι διπλωματικοί αγώνες είχαν ένα άλλο αποτέλεσμα, ανέδειξαν φιλόδοξους ανθρώπους, οι οποίοι εμφάνισαν την ήττα ως επιτυχία και τον ανίκανο ως ικανό, γιατί το χρήμα απετέλεσε το μέσον για την παραποίηση της αλήθειας.

Ας μην είμαστε τόσο αυστηροί όμως, και ας παραδεχθούμε ότι με την διπλωματία ενσωματώσαμε τα Ιόνια νησιά, την Θεσσαλία, κ.α.. Το αντάλλαγμα τούτων ήταν ο εφησυχασμός και η στείρα ελπίδα του «έτσι θα αποκαταστήσουμε το σύνολο της πατρίδος και την ελευθερία του έθνους μας». Πήραμε και τα Δωδεκάνησα. «Ας υποχωρήσουμε λίγο», αυτή η απόφαση είναι το σύγχρονο «δεν πειράζει». «Ο αγών θα δικαιωθεί χωρίς αίμα και θυσίες, όλα είναι εύκολα». Αυτή είναι η ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων σήμερα, και όχι διεκδικήσεις, άμυνα και εργασία. Μόνο καλοπέραση και υλικός ευδαιμονισμός.

Αυτά είναι τα ιδανικά σήμερα. Η βόρειος Ήπειρος παραιτείται, η ανατολική Ρωμυλία, ο Πόντος, η Ιωνία και η ανατολική Θράκη ξεχάστηκαν, ενώ η Κύπρος ευδαιμονεί περιορισμένη εδαφικά.
Το άλλοθι της αδράνειας που προκάλεσε τα αποτελέσματα αυτά είναι: οι αναφορές (του λαού και των ανθρώπων του πνεύματος) στο ένδοξο παρελθόν και η ευκολία με την οποία έγιναν κάποια βήματα προόδου (σε επίπεδο εδαφικών αποκαταστάσεων, αλλά και οικονομίας διά του δανεισμού) από εξωτερικούς παράγοντες.

Η πλειοψηφία έχει πεισθεί: δεν πειράζει! Μην επαναπαυόμαστε όμως, δεν είμαστε ένας σάκος κλυδωνιζόμενος που δεν θα βυθισθεί, είμαστε το φως του κόσμου που στον καιρό της παρακμής τρεμοπαίζει με κίνδυνο ακόμη και να σβήσει.

Η ιδέα του Έθνους έχει υποχωρήσει και ακόμη περισσότερο το Γένος διώκεται. Την θέση τους έλαβε το κράτος και μάλιστα το κομματικό κράτος, ή ακόμη καλύτερα το πολυκομματικό, αυτό που ταυτίζεται με τον πολυπολιτισμό χωρίς ταυτότητα, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί ο ατομισμός, ο οποίος μάλιστα σε οικονομικό επίπεδο καταφέρνει να επιβάλλεται στο αδύναμο κράτος. Το ανισόρροπο της καταστάσεως αυτής απαιτεί την επιστροφή του εθνικού κράτους στηριζόμενου στο γένος, με το άτομο υποταγμένο σε αξίες σταθερές, όπως αυτές τις δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, για το αδύνατο πάσχον μέρος του γένους.

Από τα προηγούμενα φαίνεται να υπάρχει ανάγκη πολιτικής αλλαγής, διακυβέρνηση με ήθος. Μπορεί μια τέτοια κατάσταση να διορθώσει τα πράγματα; Παρόμοιες καταστάσεις στο παρελθόν μας έδειξαν ότι δεν αρκεί η μεταβολή της πολιτικής. Απαιτείται αφενός μεν ικανή ηγεσία πολιτειακή, αφετέρου δε κατάλληλο περιβάλλον για πρόοδο. Μέσα στην οικονομική δυσπραγία και στην κοινωνική διαφθορά, η πολιτική ακολασία θα συνεχισθεί ως έχει. Χρειάζονται παραδείγματα από το παρελθόν, επαναφορά των εικόνων ενδόξων προγόνων, μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων. Τότε θα υπάρξει ελπίδα για την παλιγγενεσία της εθνικής ψυχής, σε κάθε άτομο της ελληνικής ζώσας κοινότητος και εφαρμογή των αξιών στην πράξη με θυσίες. Η απλή, η με λέξεις εξιστόρηση γεγονότων δεν αρκεί γιατί είναι μυωπική, βλέπει κοντά, ενώ χρειάζεται όραμα και φαντασία ώστε να βλέπει μακριά.

Η καλλιέργεια της εθνικής ψυχής απαιτεί εφαρμογή σε κάθε επίπεδο της ζωής. Το γνωστικό επίπεδο θα φέρει μια προσωρινή διόρθωση και νέα νάρκη. Το πεδίο της δράσεως θα μας κρατήσει ενεργούς. Η ρήση του εθνικού μας ποιητή «δεν χάνομαι στα τάρταρα μονάχα ξαποσταίνω, στην ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω» υλοποιήθηκε στο παρελθόν και απαιτείται να υλοποιηθεί στο μέλλον (και θέλει και δεν θέλει), όπως επιτάσσει η μοίρα μας.

Εν κατακλείδι, η ελληνική ψυχή θα ανακάμψει, όμως είναι άγνωστο το πότε. Προϋποθέσεις αποτελούν: το καθαρό και υγιές σώμα όπου θα ζει, η μνημοσύνη, η πίστη, η θέληση, η υπομονή, η καλλιέργεια της ψυχής στην πράξη, το όραμα και ασφαλώς η πολιτική βούληση με φωτισμένη ηγεσία.

Β. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/to-paron-kai-to-mellon-ths-ellhnikhs-ethnikhs-psuchhs#ixzz5uXTyXyVY