ΕΜΕΙΣ ΟΙ «ΑΚΡΑΙΟΙ» ΚΑΙ ΟΙ «ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ»

Άρθρο στην εφημερίδα «Χρυσή Αυγή»

Κάποτε μιλούσαμε από τις σελίδες της εφημερίδας αυτής για τα δεινά αυτού του τόπου. Μιλούσαμε για τις αδυναμίες του λαού μας, για τις προδοσίες των πολιτικών, για το καθεστώς των μετρίων, των ανικάνων, των ηλιθίων.

Στα μέτρα της εποχής ζυγίζαμε τους πιθανούς τρόπους που θα μπορούσαν να κάνουν τους συμπατριώτες μας να αντιληφθούν το λάθος δρόμο που μας είχε τοποθετήσει η κομματοκρατία. Γράψαμε πως «τα κόμματα διχάζουν, η πατρίδα ενώνει». Συναγωνιστές νέοι, αγέννητοι σε σταθμούς ιστορικούς της νεώτερης Ιστορίας μας, σαν τους πολέμους τους εμφυλίους, το Κυπριακό, το Πολυτεχνείο, μπήκαν μπροστά, έδωσαν- και δίνουν- το «παρών» για να μην ξεχαστούν, να μην αμαυρωθούν οι θυσίες των ηρώων προγόνων μας, μα και για να σφυρηλατηθεί η θέληση των συγχρόνων μας για αγώνα και ζωή. Την ίδια ώρα, οι πρωταγωνιστές των γεγονότων κρύβονταν πίσω από καθωσπρέπει γραφεία, προεδρία, Γραμματείς και Φαρισαίους.

Πολλοί από αυτούς που θα έπρεπε να βρίσκονται στον αγώνα μαζί μας, μας λοιδόρησαν. Στο Γράμμο και στο Βίτσι για παράδειγμα, δεν λείπουν κάθε χρόνο τα «τστστς» και τα «σσς» όταν φωνάζουμε συνθήματα εναντίον των πολιτικάντηδων που από τη μια έστειλαν τους αγώνες και τις θυσίες μιας γενιάς στον κάλαθο των αχρήστων, κι από την άλλη πηγαίνουν να περιμαζέψουν ψηφαλάκια από αυτούς που πούλησαν τον ενθουσιασμό των νιάτων τους, λησμόνησαν την ορμή των συναγωνιστών τους, και βόλεψαν εαυτούς, παιδιά κι εγγόνια στη λογική του ψήφιζε και μη ερεύνα, κοιτάζοντας να χαϊδεύουν την ψευτοδημοκρατία του ψευτορωμαίικου ως ψηφοφόροι του ενός και του άλλου ψηφοσυλλέκτη.

Και στις γειτονιές της Αθήνας και των άλλων πόλεων που κατατρέχονται από το κράτος των ξενολάγνων, εκεί όπου η Χρυσή Αυγή μπήκε εμπρός για να προτάξει τα δικαιώματα των Ελλήνων, λίγοι αναλογικά ήσαν αυτοί που πύκνωσαν τις τάξεις μας, που πέρασαν στο πλευρό μας, που μετουσίωσαν τα λόγια και τα μπράβο της στιγμής σε δράση, σε ενεργή υποστήριξη, φοβούμενοι ακόμα και τη μυστική τους ψήφο. Έρμαια των κομματικών παρωπίδων εξακολουθούν να ελπίζουν ότι αυτοί που τους κουβαλούν τους λαθρομετανάστες για να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά προγράμματά τους και να ικανοποιηθούν οι ιδεοληψίες τους, οι ίδιοι θα δώσουν λύση στο πρόβλημά τους. Είναι να απορεί κανείς τι έχει απομείνει αντί γα μυαλό σε τούτο το λαό.

Αυτοί, λοιπόν, οι λογής-λογής «νοικοκυραίοι», ακούγοντας τις θέσεις μας για τους πολιτικούς, για τα κόμματα, για τις προτεραιότητες που βάζουμε για την Πατρίδα και το Λαό, μας ονομάζουν «ακραίους». Κάτι παιδιά που πάνω στον ενθουσιασμό τους, τώρα που βράζει το αίμα τους, κάνουν παράτολμα όνειρα, και που σίγουρα θα συμμαζευτούν στη στάνη κάποιου κομματικού μαντριού όταν θα ωριμάσουν. Κι αλήθεια, πολλοί βολεύτηκαν σε μαντριά και ορνιθώνες. Κάποιοι έκαναν τις ιδέες τους μπίζνα. Κάποιοι ιδιωτεύουν.

Μα αυτοί, οι νοικοκυραίοι, κλαίγονται για τα παραδάκια που τους κόβει το γκουβέρνο από μισθούς και συντάξεις, για την ακρίβεια, τους φόρους, με δυο λόγια για ό,τι ενοχλεί το πορτοφόλι τους. Οι «ανησυχούντες» καθωσπρέπει δημοκρατικοί πολίτες, λένε δυο κουβέντες πάνω στο ουζάκι, αγανακτούν με τους αγριανθρώπους φορτηγατζήδες που τους χαλούν τα σχέδια για τις καλοκαιρινές μετακινήσεις τους και προκαλούν ανεπάρκεια αγγουριών και λοιπών ειδών απολύτου ανάγκης, και με τη συνείδηση ήσυχη προχωρούν στην καθημερινότητά τους. Business as usual.

Πολλοί απρόσεκτοι, πολλοί ανέμελοι, πολλοί καλοβολεμένοι, πολλοί του εαυτούλη τους, έφεραν τη χώρα εδώ που είναι σήμερα, χωρίς ούτε καν επίφαση εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Με πολλή ανεμελιά πέρασαν τα χρόνια της ευμάρειας χωρίς να φροντίσουν για το αύριο, χωρίς να διαφυλάξουν αυτά που ονειρεύτηκαν γενιές γενιών, αυτά για τα οποία έδωσαν το αίμα τους χιλιάδες , όχι για τα οικονομικά μόνο, μα για να φτιαχτεί το σύγχρονο ελληνικό κράτος, ανεξάρτητο, ελεύθερο και υπερήφανο.

Δεν κατηγορώ μόνο τους πολιτικούς, λοιπόν. Κατηγορώ έναν-έναν ξεχωριστά όποιον μπορούσε, όποιου περνούσε από το χέρι του να αντισταθεί στην κατηφοριά της ανεμελιάς και δεν το έκανε, όποιον καταριέται τα οικονομικά σκοτάδια αλλά αδιαφορεί για τα εθνικά, τα κυριαρχικά, τα μελλούμενα αυτού του τόπου. Όχι πως ο τόπος έχει ανάγκη το συρφετό των από γεννησιμιού τους κουρασμένων.

Καράβι η Ελλάδα και ταξιδεύει στο χρόνο. Και το καράβι το ελληνικό δε σηκώνει κλάματα και οδυρμούς και επαιτείες. Σηκώνει λάβαρα κι αντάρες, και ξαστεριές και όνειρα. Κι έτσι σαλπάρει, αιώνια όμορφο, στο ατέρμονο ταξίδι του στο χρόνο, να κουβαλάει ό,τι Αγαθό, ό,τι Καλό, ό,τι Ευλογημένο. Εμείς έτσι έλαχε να γεννηθούμε, κι απλά κι αβίαστα διαλέξαμε καράβι.

Η ΟΧΙΑ