Η «ΕΞΟΔΟΣ» ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΕΧΕΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ: ΤΙΣ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ!

Γράφει ο Ευάγγελος Καρακώστας, βουλευτής Βοιωτίας

Το κλίμα «μεταμνημονιακής» ευφορίας που καλλιεργείται τεχνηέντως από την κυβέρνηση της αριστεράς το τελευταίο εξάμηνο, έρχονται να διαταράξουν οι φωνές ανησυχίας από την Ευρώπη οι οποίες συγκλίνουν στο ότι η πορεία της ελληνικής οικονομίας κάθε άλλο παρά βελτιώνεται.

Ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, υπήρξε σαφής μετά το πέρας του τελευταίου Eurogroup: «ξεκάθαρη προϋπόθεση για την εκταμίευση των χρημάτων είναι η δεύτερη μεταμνημονιακή έκθεση που ετοιμάζουν οι θεσμοί». Η εκταμίευση αφορά το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, ενώ η προαναφερόμενη έκθεση αναμένεται στα τέλη του τρέχοντος μηνός και συγκεκριμένα στις 27 Φεβρουαρίου.

Πιο επικριτικό προς την κυβέρνηση υπήρξε δημοσίευμα της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, το οποίο κατηγορεί την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό πως μοιράζουν προεκλογικά δώρα αντί να προχωρούν στις μνημονιακές μεταρρυθμίσεις που έχουν προσυμφωνηθεί. Τονίζει μάλιστα το δημοσίευμα πως οι προεκλογικές παροχές Τσίπρα ανακοινώνονται δίχως να υφίσταται η πρότερη έγκριση των δανειστών.

«Για να αυξήσει τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις ο Τσίπρας μοιράζει τώρα προεκλογικά δώρα: χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους πιστωτές ακύρωσε μια συμπεφωνημένη προσαρμογή του ΦΠΑ σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου, αύξησε από την 1η Φεβρουαρίου τον κατώτατο μισθό κατά 11% και υπόσχεται δεκάδες χιλιάδες νέες προσλήψεις στο δημόσιο. Η μεταρρυθμιστική ατζέντα αντίθετα, περνά σε δεύτερη μοίρα. Αυτό ενδέχεται να στοιχίσει πολλά χρήματα στην Αθήνα. Διότι στο πλαίσιο ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους οι πιστωτές συμφώνησαν στην επιστροφή κερδών που πέτυχαν οι κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστήματος με τα ελληνικά ομόλογα», επισημαίνει η εφημερίδα και συνεχίζει: «πρόκειται για 4,8 δις ευρώ τα οποία πρόκειται να εκταμιευτούν σε εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι το 2022, εφόσον η Αθήνα υλοποιεί τις συμπεφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη δόση έπρεπε να εκταμιευτεί ήδη τον Δεκέμβρη του 2018. Ωστόσο οι ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών δεν την ενέκριναν ακόμη διότι η Αθήνα δεν προχωρά σε μεταρρυθμίσεις».

Η ενόχληση των Ευρωπαίων που αποτυπώνεται σε δηλώσεις αξιωματούχων της Ε.Ε. και σε διαρκώς αυξανόμενα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο και δη τον οικονομικό, επιβεβαιώνουν όσα έχουμε υποστηρίξει από αυτή εδώ τη στήλη εδώ και έξι μήνες: η κυβέρνηση παίζει το τελευταίο της χαρτί επιχειρώντας να παρουσιάσει προς την κοινή γνώμη ένα υποτιθέμενο κοινωνικό και φιλολαϊκό προφίλ, λαμβάνοντας σειρά μέτρων παρόμοιου χαρακτήρα. Αυτή η τακτική ωστόσο, δεν είναι παρά μια μεθόδευση προς εξαπάτηση του εκλογικού σώματος: διότι δεν βασίζεται (δεν είναι αν θέλετε απόρροια) στην πραγματική βελτίωση της οικονομίας και στη πολυδιαφημισμένη ανάπτυξη αλλά αντίθετα, αποτελεί συνειδητή, στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να εξαντλήσει το απόθεμα (μαξιλάρι) που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση με στόχο να ξεγελάσει τα φτωχά λαϊκά στρώματα ενόψει των επικείμενων εθνικών εκλογών.

Οποιοδήποτε θετικό μέτρο και να ληφθεί την παρούσα περίοδο θα έχει χαρακτήρα πρόσκαιρο και ορίζοντα ζωής μέχρι τις εκλογές ή έστω βραχύ χρονικό διάστημα μετά από αυτές. Αναπόφευκτα, οι ξεκάθαρες οικονομικές αστοχίες και οι συνέπειές τους που κρύβονται σήμερα κάτω από το χαλί προκειμένου να ικανοποιηθεί το αφήγημα ΣΥΡΙΖΑ περί εξόδου από την κρίση, θα αναδυθούν μεγαλοπρεπώς μετά τις επικείμενες εκλογές, οπότε και θα κριθεί επιβεβλημένη η εκ νέου λήψη μέτρων με το πρόσχημα της αποτροπής του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Όπως ο καθένας αντιλαμβάνεται, το σπασμένο μάρμαρο δεν θα το πληρώσει ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η ΝΔ αλλά η συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού.

Εκείνοι λοιπόν που διατυμπανίζουν πως η μνημονιακή περιπέτεια έλαβε τέλος για την Ελλάδα και το Λαό μας, δεν προβαίνουν σε μια ατεκμηρίωτη και λανθασμένη εκτίμηση. Συνειδητά ψεύδονται και εξαπατούν με απώτερο στόχο το εκλογικό κέρδος. Οι επικείμενες εκλογές θα αποτελέσουν και το τέρμα των ψευδαισθήσεων. Από την επομένη θ’ αρχίσει ξανά το πανηγύρι της απόδοσης ευθυνών για την κάκιστη πορεία της οικονομίας και φυσικά η αναζήτηση εκτάκτων λύσεων για τη «διάσωσή» της.