ΓΚΡΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Άρθρο στην εφημερίδα «Χρυσή Αυγή»

Ένας άγραφος νόμος της πολιτικής υπαγορεύει ότι όταν ένα μειοψηφικό κόμμα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αναρριχάται προς την εξουσία, τότε αναμένεται να προχωρήσει σε ιδεολογικές «εκπτώσεις», ώστε να ικανοποιήσει τις προσδοκίες της ευρείας μάζας.

Αυτό βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στο νυν κυβερνητικό συνονθύλευμα, το οποίο μετατοπίστηκε χωρίς καμία αιδώ από την αρχικά υποτιθέμενη κοινωνικά συμφέρουσα πολιτική προς έναν «ώριμο» ευρωπαϊσμό, πορεία η οποία σφραγίστηκε με την υπογραφή δύο μνημονίων και με την περαιτέρω ηθική, κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση της χώρας. Αξίζει, όμως, να εξετάσουμε και την εξαίρεση του εν λόγω κανόνα, καθότι πάνω σε αυτήν χτίζεται το επικοινωνιακό και διπλωματικό όραμα της αριστεράς, η οποία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τα εθνικά μας θέματα με ερασιτεχνισμό και ανευθυνότητα, εξαιτίας των ιδεολογικών της αγκυλώσεων και προκαταλήψεων.

Η αριστερά επικράτησε στην Ελλάδα με ιδεολογικό πρόσχημα την άρση των κοινωνικών αδικιών και την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών που οδηγούν σε κάθε είδους παθογένειες. Η πράξη απέδειξε ότι εν τέλει οι παθογένειες προέρχονται από τη φύση της αριστερής ιδεολογίας, η οποία ερμηνεύει τα πάντα υπό το πρίσμα της οικονομίας και η οποία λειτουργεί εντελώς αυθαίρετα και αντιλαϊκά, όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος. Τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ ευρισκόμενο στην εξουσία είναι γεμάτο από παραδείγματα αυθαιρεσίας και κακοδιαχείρισης και αυτό δεν οφείλεται σε καμία απειρία, αλλά σε βουλιμία για εξουσία με κάθε κόστος.

Η πράξη όμως απέδειξε και κάτι ακόμα. Ότι όσο η αριστερά εξασφαλίζει για τον εαυτό της τα μέσα να συντηρείται στην εξουσία, μπορεί επίσης να πρεσβεύει με απροκάλυπτο τρόπο ξεκάθαρα αντεθνικές θέσεις, οι οποίες αποτελούν τον ιδεολογικό πυρήνα και την ερμηνευτική βάση όλων των εθνικών μας ζητημάτων, τα οποία μοιραία διαχειρίζεται ως κυβέρνηση. Εάν η αριστερά ομολόγησε τις τακτικίστικες αναδιπλώσεις της σε θέματα οικονομίας, διοίκησης κι άλλων τινών, ουδέποτε αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί για την βαθύτατα ανθελληνική της προέλευση και στάση απέναντι σε όλα τα ζητήματα, πρότερα ή σύγχρονα, του ελληνισμού. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε το μεγαλύτερο «ιδεολογικό έγκλημα», αφού για την αριστερά και τους αριστερούς τα πάντα μπορούν να αλλάξουν, τίποτα όμως δε μπορεί να την αποκόψει από το ένοχο παρελθόν της.

Δεν υπάρχουν δικαιολογίες: κανείς δε μπορεί να προσάψει στην αριστερά το ενδεχόμενο κατάληψης της από ενοχικά σύνδρομα σε περίπτωση «ιδεολογικού αναθεωρητισμού». Ο βραχύς κυβερνητικός της βίος αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο. Απεναντίας, το γνήσιο και πηγαίο παθολογικό της μίσος για την Ελλάδα και τους Έλληνες είναι αυτό που την αποτρέπει από να αλλάξει, έστω και την ύστατη στιγμή, κατεύθυνση και να πάψει να ταπεινώνει τη χώρα, όπως έκανε λόγου χάρη με τη πρόσφατη συναφθείσα Συμφωνία των Πρεσπών με τους φίλους της «Μακεδόνες».

Ας αφήσει λοιπόν κατά μέρος τις φθηνές πατριωτικές διακηρύξεις και ας σταματήσει να προσάπτει στους αγνούς πατριώτες χαρακτηριστικά μισαλλοδοξίας και οπισθοδρομισμού. Πατριωτισμός δεν είναι η εξασφάλιση ευνοϊκότερων συνθηκών για να ξεπουλάται η πατρίδα, πόσω μάλλον η παραποίηση της ιστορίας επειδή η «άλλη» της εκδοχή επιβεβαιώνει τις ιδεοληψίες κάποιων επικίνδυνων φανατικών. Πατριωτισμός είναι, με απλά λόγια, η άδολη αγάπη για το έθνος και η ενεργή συμμετοχή στα κοινά με σκοπό την απελευθέρωση της από τα όποια δεσμά. Η άρνηση συμμετοχής σε αυτόν τον αγώνα και -ακόμα χειρότερα- η δαιμονοποίηση του δεν αποτελεί πράξη πατριωτισμού, αλλά προδοσίας, το μοναδικό στοιχείο δηλαδή στο οποίο παραμένει πιστή αυτή η κατάρα του ελληνισμού, έστω και πριν το οριστικό της τέλος.

ΜΑΤΘΑΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΡΤΕΜΗΣ