ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Άρθρο στην εφημερίδα «Εμπρός»

Πολύς λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια για την λεγόμενη εκκλησιαστική περιουσία. Πολλοί φαντάζονται ότι είναι αμύθητη. Καλό είναι να γνωρίζουμε πόση είναι, πώς δημιουργήθηκε και ποια η σχέση της Ελληνικής Πολιτείας με αυτή.
Κατ’ αρχάς, αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικό μέρος της μοναστηριακής περιουσίας οφείλεται σε δωρεές ακινήτων και χρημάτων, αφού με την ευθύνη των μοναστηριών συντηρούνταν σχολεία, συγκροτούνταν βιβλιοθήκες και φυλάσσονταν κειμήλια μεγάλης αξίας. Δωρητές ήταν ακόμη και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες. Επίσης, η χρησικτησία, δηλαδή η αναγνώριση κυριότητας λόγω καλλιέργειας ή χρήσης της γης πάνω από 40 χρόνια (για την Εκκλησία)  αποτελεί έναν άλλο τρόπο απόκτησης εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς και η προσωπική περιουσία των μοναχών, οι οποίοι μετά την κουρά τους συνήθως την παραχωρούν στο μοναστήρι. Ας αναλογιστεί ο καθένας το πλήθος των μοναχών που εγκαταβίωσαν στα μοναστήρια μας ανά τους αιώνες. Να αναφερθεί ακόμη, ότι πολλοί υπόδουλοι κατά την Τουρκοκρατία αφιέρωναν τις περιουσίες τους σε εκκλησιαστικές κοινότητες, ναούς και μοναστήρια και αντίστοιχα οι οθωμανικές αρχές τα αναγνώριζαν ως βακούφια, δηλαδή ως Κοινωφελή Ιδρύματα. Παράλληλα, η περιουσία των μοναστηριών αυξήθηκε και από την προσωπική εργασία των μοναχών, οι οποίοι εκτός από την απασχόληση τους με τα κτήματα φτιάχνουν εργόχειρα και τα πουλούν για την συντήρησή τους.
Η προσπάθεια οικειοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας από το νεοελληνικό κράτος είναι μακρά. Στην πορεία του, η Ελληνική πολιτεία απαλλοτρίωσε, οικειοποιήθηκε, δήμευσε, δέσμευσε, φορολόγησε, ή «αξιοποίησε» την εκκλησιαστική περιουσία. Επί βασιλείας Όθωνα επιβλήθηκε η διάλυση 416 μοναστηριών, από τα υπάρχοντα 593, η περιουσία των οποίων περιήλθε στο Δημόσιο. Επιπρόσθετα, από το 1917 μέχρι το 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών για την αποκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής. Το κράτος κατέβαλε στο τότε Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, που είχε ιδρυθεί από το ίδιο για την συντήρηση του κλήρου μόνο 40 εκατομμύρια. Τα υπόλοιπα 960.000.000 οφείλονται ακόμη.
Το 1952 το κράτος με την απειλή της διακοπής μισθοδοσίας του κλήρου και ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέγραψε με την Εκκλησία «Σύμβασιν περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων κτηνοτρόφων». Έτσι παραχωρήθηκαν στο κράτος το 80% της καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας και τα 2/3 των βοσκοτόπων με αντάλλαγμα να λάβει η Εκκλησία το 1/3 της πραγματικής αξίας. (Κάποια αστικά ακίνητα αμφίβολης αξίας και 45.000.000 προπολεμικές δραχμές).
Μόνο η Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, όπως γράφει ο Μητροπολίτης της κ. Αλέξανδρος με την σύμβαση του 1952 παραχώρησε στο κράτος κτήματα, που συνολικά ανέρχονταν σε 30.549 στρέμματα, τα οποία δόθηκαν τυπικά στους δήθεν ακτήμονες γεωργοκτηνοτρόφους, που όμως μετά από λίγο καιρό τα πούλησαν. Και αυτοί μεν φαινομενικά έμειναν πάλιν ακτήμονες, η Εκκλησία όμως αποστερήθηκε τα 4/5 της περιουσίας της με την οποίαν ευεργετούσε τον λαό.
Στην σύμβαση αυτή αναφέρεται ρητά ότι, «η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία, δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον», και ότι το κράτος δεσμεύεται να παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.
Και οι δύο όροι της σύμβασης δεν τηρήθηκαν ποτέ. Αντίθετα οι Υπηρεσίες του κράτους άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χαρακτηρίζοντας ως δασικές ή «διακατεχόμενες» τις μοναστηριακές εκτάσεις και άλλοτε κωλυσιεργώντας την έκδοση σχετικών αποφάσεων εμπόδισαν την αξιοποίησή της σε βάρος του λαού.
Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η μισθοδοσία των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ως υποχρέωση του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο – όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 -συμφωνήθηκε να μισθοδοτούνται επ’ άπειρον οι κληρικοί και το κράτος δεσμεύθηκε επ’ αυτού. 
Στην συνέχεια, το 1987 ο γνωστός «Νόμος Τρίτση» υπήρξε το αποκορύφωμα της κρατικής επιβολής σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας που είχε απομείνει. Παρά τις αντιδράσεις, η πλειοψηφία της Βουλής ψήφισε τον Νόμο, με τις διατάξεις του οποίου θα άλλαζαν οι κανόνες διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της μοναστηριακής περιουσίας, το Κράτος θα διόριζε το Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Δ.Ε.Π., για να διοικεί την εκκλησιαστική περιουσία, ενώ γινόταν επέμβαση και στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης των ενοριακών ναών κ.λπ. Ευτυχώς το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Πράξη συγκρότησης του Συμβουλίου του ΟΔΕΠ και το κράτος δεν τόλμησε να εφαρμόσει τον Νόμο. Παρόλα αυτά, το 1988 η διοίκηση της Εκκλησίας υποχώρησε και -παρά τους ιερούς κανόνες- δέχθηκε να υπογραφεί σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την σύμβαση υποχρεώθηκαν και υπέγραψαν 149 μονές, ενώ άλλες αρνήθηκαν να την υπογράψουν. Εννέα από αυτές προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και δικαιώθηκαν.
Η ιστορία δείχνει ότι το Κράτος μέχρι τώρα δεν τήρησε τις δεσμεύσεις του. Απλώς απογύμνωνε σταδιακά την Εκκλησία, από τα περιουσιακά της στοιχεία.
Ποιο είναι όμως το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας; Το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν: στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμματα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση 15.553.200, στην Εκκλησία 1.282.300 και σε Συνεταιρισμούς 1.098.400. Πιο συγκεκριμένα, από τις εκτάσεις που ανήκουν στην Εκκλησία 367.000 είναι δάση, 735.300 βοσκότοποι και μόλις 189.900 γεωργική γη. Τα δάση και οι βοσκότοποι είναι σχεδόν ανεκμετάλλευτα και το 53% της καλλιεργήσιμης γης βρίσκεται σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές. Αξίζει να σημειωθεί όμως, ότι η εκκλησιαστική περιουσία φορολογείται. Για το 2011 μόνο, το ποσό των φόρων έφτασε στα 12.584.139,92 €.
Εκείνο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι η περιουσία δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα). Η διαχείρισή της όμως υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.
Η Εκκλησία αξιοποιεί την περιουσία της με το φιλανθρωπικό της έργο. Μόνο για το 2017 ξόδεψε γι’ αυτό πάνω από 124 εκατ. ευρώ. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη, η οποία έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία, που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της, δώρισε τα ακίνητα επί των οποίων έχουν ανεγερθεί η Ριζάρειος Σχολή, η Ακαδημία Αθηνών, το Αιγινήτειο Νοσοκομείο, το Μετσόβειο Πολυτεχνείο, το Σκοπευτήριο, το Πτωχοκομείο, η Μαράσλειος Ακαδημία, το Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός», το Αρεταίειο νοσοκομείο, η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων, το Νοσοκομείο Παίδων, το Νοσοκομείο Συγγρού, το Λαϊκό Νοσοκομείο «Σωτηρία», το Ασκληπιείο Βούλας, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το ΠΙΚΠΑ Βούλας, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, το Γηροκομείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής και πολλά άλλα. Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού. Αναμφίβολα, η προσφορά της Εκκλησίας στην πατρίδα μας είναι ανεκτίμητη για πολλούς λόγους. Δυστυχώς, το κράτος αντί να την αναγνωρίζει και να στέκεται αρωγός της, δημιουργεί προβλήματα.

ΙΟΥΣΤΙΝΗ Μ.

*Το άρθρο βασίστηκε σε στοιχεία που δημοσιοποίησε ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.