ΠΩΣ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΠΑΞΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

Γράφει ο Νικόλαος Παπαδιονυσίου

Αυτά που επισημαίναμε εμείς σε αναρτημένο κείμενο ακούγονται σήμερα από τον πρόεδρο των Ειδικών Φρουρών κύριο Βασίλη Ντούμα. Σε καμία περίπτωση δεν ομιλούμε για σύγκλιση θέσεων ή για συνοδοιπορία. Ομιλούμε για περιγραφή μιας αναμφισβήτητης, εξοργιστικής και συνάμα τραγικής πραγματικότητας. Τι πλέον εξευτελιστικό για το αστυνομικό σώμα από τις σκηνές που εξελίχθηκαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αστυνομικούς να ξυλοκοπούνται από ακροαριστερούς τραμπούκους και κατόπιν οι δράστες να φεύγουν ανενόχλητοι και εντελώς άνετοι. Τι πλέον εξευτελιστικό για το αστυνομικό σώμα από την εικόνα μελών της «συλλογικότητας» Ρουβίκωνας, να διενεργεί έλεγχο στοιχείων σε αστυνομικό. Τι πλέον εξευτελιστικό για το αστυνομικό σώμα από το θέαμα μιας διμοιρίας των ΜΑΤ που παρενέβη στην συμπλοκή στο Πρωτοδικείο, όχι για να συλλάβει τους τραμπούκους, αλλά για να ηρεμήσει την κατάσταση. Δηλαδή πρέπει από τούδε και στο εξής να εξοικειωθούμε με την ιδέα ότι οι αστυνομικές ενέργειες και επιχειρήσεις θα γίνονται καθαρά για την προστασία των μελών της ΕΛ.ΑΣ και όχι για την σύλληψη εγκληματιών. Στο χθεσινό κείμενο αναφέραμε ότι πλησιάζει η ημέρα που οι ακροαριστερές ομάδες θα κυκλοφορούν ένοπλες στους δρόμους –μπορεί όχι με πυροβόλα όπλα, αλλά με ρόπαλα, λοστούς και μολότωφ- ως άλλη Χεζμπολάχ, θα διενεργούν ελέγχους σε διερχόμενους πολίτες που δεν τους αρέσει το μήκος της κώμης τους ή οι χρωματικές ενδυματολογικές τους επιλογές, θα κλείνουν και θα ανοίγουν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όποτε επιθυμούν, θα εισβάλουν σε σπίτια πολιτών για τους οποίους υπάρχουν πληροφορίες ότι επικρίνουν και καταγγέλλουν την τρομοκρατική τους δράση και θα τους κακοποιούν, θα πυρπολούν καταστήματα επειδή οι ιδιοκτήτες διαμαρτυρήθηκαν δημοσίως για τους αλλοδαπούς που ασκούν παραεμπόριο εμπρός στις βιτρίνες τους, θα προπηλακίζουν λεκτικά και θα τραυματίζουν αστυνομικούς, στρατιωτικούς ή σπουδαστές της σχολής Ευελπίδων, θα έχουν σημεία εισόδου και εξόδου στην Αθήνα και θα ελέγχουν διάφορες περιοχές. Η αστυνομία όχι μόνο δεν θα επεμβαίνει, αλλά από κυνηγός εγκλήματος θα μετατραπεί σε θήραμα, κυνηγημένη από ακροαριστερές συμμορίες και ποινικούς εγκληματίες, προσπαθώντας να αυτοπροστατευθεί. Και όλα αυτά, διότι η εξουσία ασκείται από μια κυβέρνηση τα πλείστα μέλη της οποίας, ακόμη και ανώτατα στελέχη ταυτίζονται ιδεολογικά και δογματικά με την πρακτική της τρομοκρατίας, του χάους και του βανδαλισμού, επιτυγχάνοντας τώρα μεσω της σιωπηρής αποδοχής και της σκιώδους αρωγής τους την υλοποίηση των ανεκπλήρωτων «επαναστατικών» ονειρώξεων των φοιτητικών τους χρόνων,  παρέχοντας σε αυτές τις συμμορίες των βανδάλων, μια αμέριστη πολιτική ασυλία και στη συνέχεια αμνηστία.

Αλλά εδώ υπάρχει και ένα κωμικό στοιχείο ή καλύτερα ένα τραγελαφικό. Ο αυτοχαρακτηρισμός και ο αυτοπροσδιορισμός αυτών των ατόμων ως κοινωνικοί επαναστάτες ή αναρχικοί. Επίσης η παντελής τους άγνοια ότι οι διάφορες πρακτικές και δράσεις τους, τις οποίες αυτοί χαρακτηρίζουν ως έμπρακτη επαναστατική κριτική δεν είναι άλλο τι από κοινή εγκληματική δράση, που στερείται κάθε πολιτική υπόσταση ή περιεχόμενο. Καθαρά πληροφοριακά το κίνημα του Αναρχισμού την δεκαετία του 30 στην Ισπανία εκδηλώθηκε κυρίως στους χώρους εργασίας. Οι Αναρχοσυνδικαλιστές ήταν άνθρωποι σκληρά εργαζόμενοι με οικογένειες και με επαναστατικές αρχές που βάση είχαν την αλλαγή των σχέσεων παραγωγής. Θεωρούσαν ότι ο κύριος στόχος της κοινωνικής επανάστασης ήταν τα μέσα παραγωγής να περάσουν στην αυτοδιαχείριση των εργαζόμενων. Η Βαρκελώνη θεωρούνταν το προπύργιο του αναρχισμού και τα Αναρχοσυνδικαλιστικά συνδικάτα αριθμούσαν 1.500.000 μέλη. Πέραν των τεράστιων ιδεολογικών διαφορών μας οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε ότι οι τότε διακρίνονταν για την εντιμότητα και το ήθος. Οι τωρινοί δεν είναι τίποτα άλλο από χαοτικό αληταριό. Χούλιγκανς με ιδεολογικό επίστρωμα.

Απλά βρίσκουν και κάνουν.