ΕΜΠΡΟΣ, ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΙΟ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ  ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ

 «Σιμώνει ο θάνατος. Μα κάτι πριν το τέλος, μια πράξη όλο αρχοντιά, μπορεί να γίνει, όχι αταίριαστη σ’ άντρες που με θεούς τα βάλανε. Και να των φώτων η μαρμαρυγή πάνω στα βράχια. Φθίνει η μέρα η μακριά, κι η χαμηλή σελήνη ανηφορίζει. Χιλιόφωνη η άβυσσος βογκά. Εμπρός, καλοί μου φίλοι, δεν είν’ αργά πολύ ν’ αναζητήσουμε έναν πιο νέο κόσμο. Βίρα, λοιπόν, και καλοστοιχισμένοι οργώστε αυλάκια βοερά, γιατί σκοπό τον ίδιο έχω: αρμένισμα πέρα απ’ το λιόγερμα και τα λουτρά όλων των αστεριών της δύσης, ώσπου να πεθάνω. Μπορεί σε κόλπους μέσα να μουλιάσουμε. Μπορεί να φτάσουμε στις Νήσους των Μακάρων, να δούμε τον τρανό Αχιλλέα, τον που ξέραμε. Κι αν χάνονται πολλά, πολλά αντέχουν. Κι αν δεν είμαστε πια η δύναμη που τον παλιό καιρό κινούσε γη και ουρανό, είμαστε αυτοί που είμαστε-καρδιές ηρωικές που καίει το ίδιο πάθος, από το χρόνο και τη μοίρα αποδυναμωμένες, με ατσάλινη όμως θέληση να μάχονται, ν’ αναζητούν, να βρίσκουν και να μη λυγίζουν».

-Άλφρεντ, Λόρδος Τέννισον (1809-1892),

«Οδυσσέας», μτφρ. Παντελής Ανδρικόπουλος

Να βγεις νικητής. Αυτό είναι το καθήκον του Έλληνα. Να γίνεις Οδυσσέας πολύτροπος. Αυτός ο τρόπος. Να ταΐσεις στον κόσμο την γνώση σου. Το πεπρωμένο. Έλληνας, δημιουργός, διαφεντευτής, στήνεις ναούς στα πέρατα της οικουμένης, στον Νότο και στον Βορά, στην Ανατολή και στην Δύση. Στο βαθύ κακκάβι σου, μαζεύεις ό,τι υπήρξε, και μαγειρεύεις αυτό που θαρθεί. Αυτός είναι ο θησαυρός σου. Ως τα σήμερα, δότης παγκόσμιος, κάνεις να τρέχει η σάλιβα από τα στόματα των πεινασμένων στο Βερολίνο, στην Ιερουσαλήμ, στην Νέα Υόρκη. Στον πέτρινο φούρνο σου έκαιγες κληματσίδες και φούσκωνες στην μήτρα του το ψωμί της οικουμένης. Εσύ απλώνεις σαν το θυμίαμα στις μύτες των λιμοκοντόρων της Δύσης την αρχοντιά σου.  Σηκώνεται η γενιά σου στον πύραυνο της ανθρώπινης ηδονής, αυτής που λαχταρούσαν κι οι θεοί σου, όταν οι σπονδές των θνητών γαργαλούσαν τα ρουθούνια των αθανάτων.

Για σένα, δεν υπάρχει τέρμα. Εσύ δεν θα γνωρίσεις παραδείσους. Για σένα η ζωή είναι σαν την σκυταλοδρομία. Πιασμένος από το κόκκινο νήμα που ενώνει εσένα, με αυτούς που ήσαν κι αυτούς που θάρθουν, χορεύεις την ζωή σε έναν χορό παλιό κι ατέλειωτο όπως οι γαλαξίες που στολίζουν το στερέωμα.

Εσύ ορίστηκε να ζεις τον παράδεισο στην ζήση. Τίποτε να μην περιμένεις να σου δώσουν, τίποτε να μην κρατάς. Μόνο να δίνεις, και η χύτρα σου να είναι πάντα γεμάτη. Αυτό είναι η μοίρα σου.

Και σήμερα, σήμερα που τα πόδια σου παγώνουν, που τα προικιά σου τα παζάρεψαν πονηροί προξενητάδες και σου έχασαν στα ζάρια τον χιτώνα, σήμερα, σηκώνεις και πάλι τα μάτια σου στον ήλιο. Σαν Προμηθέας θα αρπάξεις την φωτιά που σου ανήκει. Και θα πληγώνεσαι και θα γιατρεύεσαι μέχρι να ξεπληρώσεις το γραμμάτιο των ανθρώπων. Θα έχεις πάρει δική σου την φωτιά.

Δική σου, για να την δώσεις πάλι στους ανθρώπους. Σε αυτούς που τολμούν να κοιτούν ψηλά. Σε κάθε φωλιά, όπου ένας Έλληνας και μια Ελληνίδα θα χτίζουν κλαδί-κλαδί, πέτρα την πέτρα σαν χελιδόνια. Εκεί ψηλά, πάνω και πέρα από το σκουλήκι και τον πόντικα, θα βρουν την χαρά της κοινής εργασίας, την μέθη της προκοπής, την θαλπωρή της ασφάλειας. Εκεί μια οικογένεια από αίμα της καρδιάς θα σε αγκαλιάσει, μια φατριά που αξίζει να μαχηθείς για χάρη της.

Ας γράψουμε λοιπόν την ιστορία όπως την θελήσαμε. Δεν είναι αργά πολύ ν’ αναζητήσουμε έναν πιο νέο κόσμο. Κι αν αυτός είναι γραφτό να είναι ο επίλογος, ας γράψουμε εμείς τον επίλογο, την νέα αρχή. Ας διαλέξουμε το ίδιο πάθος, την ίδια ατσάλινη θέληση. Πιο ταξιδεμένοι, πιο σοφοί.

Γιατί, καθώς το είπε ο θείος Πλάτων, εύκολα συχωρούμε στο παιδί το να φοβάται το σκοτάδι. Μα η αληθινή τραγωδία της ζωής, είναι οι άνθρωποι να φοβούνται το φως.

Με βήμα περιπάτου θα μπορούσαν να είχαν φύγει από το Μάτι και τον Νέο Βουτζά, και να είχαν σωθεί οι εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες, σωματικά και ψυχικά, από το έγκλημα του Ιουλίου.

Οι ευθύνες της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας, τεράστιες. Έχοντας απολέσει την υπεροχή της σκληραγωγημένης, υπεράνω επηρεασμών ένστολης ελίτ, έχουν μετατραπεί σε υπαλλήλους της εξουσίας που ασχολούνται με συνδικαλισμούς και μεταθέσεις, ενίοτε λαθρεμπόριο και εξυπηρετήσεις. Αυτό το κράτος βγάζει στην επιφάνεια την αθλιότερη πλευρά των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Η στάση της πολιτικής ηγεσίας, τοπικής αυτοδιοίκησης και υπουργικών κλιμακίων, είναι εξίσου για κλάματα, εάν δεν προκαλούσε την οργή για τον χαμό των συμπατριωτών μας.

Κανείς σε αυτό το κράτος που αποσυντίθεται δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Κανείς δεν έχει το θάρρος ενώπιον της κρίσεως να αναλάβει να κάνει τα αυτονόητα για να σώσει τους συμπολίτες του που του εμπιστεύτηκε  η πολιτεία.

Κανείς δεν τόλμησε να διατάξει την εκκένωση της περιοχής που κινδύνευε, προφανώς για να μην τον αποκαλέσουν στρατόκ* , φασίστα, ίσως και… πραξικοπηματία. Ιδού τα αποτελέσματα της απραξίας, της έλλειψης πρωτοβουλίας, της απάθειας, της πολυδιάσπασης της εξουσίας.

Οι κυβερνητικοί παράγοντες επιμένουν ότι τα έκαναν όλα σωστά. Ας τους κάνουμε με την σειρά μας ό,τι μας έκαναν. Ας τα κάνουμε με την σειρά μας όλα σωστά, ετούτη την φορά.