ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Άρθρο του Απόστολου Καραΐσκου στην εφημερίδα «Εμπρός»

Ένα τηλεγράφημα της βρετανικής διπλωματίας κατά την εποχή που η οθωμανική αυτοκρατορία κατέρρεε και εκδιωκόταν από τα αραβικά εδάφη, μεταξύ των άλλων έγραφε: «Τα κράτη που θα διαδεχθούν τους Τούρκους πρέπει να είναι ακίνδυνα για εμάς… Οι Άραβες είναι ακόμη πιο ασταθείς από τους Τούρκους. Αν τους χειριστούμε κατάλληλα, θα παραμείνουν ένα πολιτικό μωσαϊκό από μικρά φθονερά πριγκιπάτα ανίκανα να ενωθούν».
Το πνεύμα του τηλεγραφήματος αυτού είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό του τρόπου, της νοοτροπίας και του αμοραλισμού με τον οποίο λειτουργεί η διπλωματία των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης, προκειμένου αυτές να επιτύχουν τους γεωπολιτικούς τους στόχους.

Όμως, ενώ προφανώς είναι αδίστακτοι στην επιβολή των συμφερόντων τους, κατά κανόνα προσπαθούν να παραμείνουν αθέατοι και να παρουσιάσουν τις γεωπολιτικές εξελίξεις ως φυσικό αποτέλεσμα της δυναμικής που δημιουργεί όχι ο δικός τους παρεμβατισμός, αλλά η «πραγματική» επιθυμία των λαών και το μεταξύ των κρατών τους ισοζύγιο ισχύος.
Βέβαια, στα πλαίσια της υφιστάμενης οικονομικής και πολιτικής αλληλεξάρτησης της εποχής μας, ο καθένας αντιλαμβάνεται το πόσο εύκολα οι Μεγάλες Δυνάμεις μπορούν να ανοίξουν ή να κλείσουν την «κάνουλα», ενδυναμώνοντας ή αποδυναμώνοντας με τεχνητό τρόπο ένα κράτος. Όταν ιδιωτικοί  «οίκοι» επιτρέπεται να αξιολογούν οικονομίες κρατών και αυτό να θεωρείται διεθνώς αποδεκτό, και όταν τα ΜΜΕ στα πλαίσια της «ελευθερίας του τύπου», επιτρέπεται να λειτουργούν ως κοινωνικοί και πολιτικοί καταλύτες σύμφωνα με τη βούληση των καναλαρχών, ο ισχυρισμός περί ανεξάρτητης διαμόρφωσης του γεωπολιτικού τοπίου, είναι προφανώς έωλος. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η «πολιτική των κανονιοφόρων» που εφάρμοσαν οι «Μεγάλοι» στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, καθώς και η δημιουργία των UCK και ISIS, στην Βαλκανική και στη Συρία αντίστοιχα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το τι είναι ικανοί να διαπράξουν, όταν η διπλωματία των «λευκών κολάρων» αποτυγχάνει.  
Όλα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αποκωδικοποίηση των σχέσεων της Ελλάδος με τα κράτη της Βαλκανικής, όπως φυσικά και με την Τουρκία. Ένας χώρος, όπου παρότι η Ελλάδα αντικειμενικά ισχυρότερο κράτος από την Αλβανία και τα Σκόπια, δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα δίκαιά της σύμφωνα με  όσα η δύναμή της επιτρέπει (κατά τη γνωστή Θουκιδίδεια επισήμανση), γιατί παρεμποδίζεται συστηματικά από τη Δύση και τους ελληνόφωνους … δραγουμάνους της.
Μια επισήμανση ωστόσο που εφαρμόζεται a la carte μόνο σε βάρος της Ελλάδος, αφού δεν παρατηρείται αντίστοιχα η ίδια τακτική παρεμπόδισης των αναθεωρητικών (καταφανώς παράνομων) διεκδικήσεων της Τουρκίας. Εκτός φυσικά της κακόγουστης, θεατρικής λεκτικής αντιπαράθεσης, μεταξύ Ερντογάν και δυτικών ηγετών που για λόγους παραπλάνησης της κοινής γνώμης δημιουργεί την εικόνα μιας δύστροπης και ανεξέλεγκτης Τουρκίας.
Μιας Τουρκίας που οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας στην οποία ο «Τούρκος» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια στρατιωτικο – διοικητική κάστα επικυρίαρχων και όχι ένα έθνος. Παρ’ όλα αυτά με το  «πράσινο φως» των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης, η κάστα αυτή κατόρθωσε να μεταβάλει όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε «Τούρκους». Επιβάλλοντας «εκ των άνω» μια διαδικασία τεχνητής και βίαιης εθνογένεσης, πάνω σε πληθυσμούς ούτως ή άλλως βιαίως εξισλαμισθέντων, μετασχηματίζοντας το θρησκευτικό στοιχείο σε εθνικό.  
Στην ουσία πρόκειται για μια Τουρκία με δυο όψεις: Την «εσωστρεφή» και φανερά δυτικόφιλη όψη του κεμαλισμού της περιόδου 1923 – 1970, και την ισλαμιστική παντουρανική μετάλλαξή της, που αρχικά εκφράστηκε με τον Ερμπακάν και τον Τουρκές και σήμερα με τον Ερντογάν.  Οι δυο αυτές εκδοχές, φαινομενικά αντίθετες μεταξύ τους, αντλώντας εξ’ ολοκλήρου τη δύναμή τους από τη Δύση, έχουν δημιουργήσει μια Τουρκία πλήρως εξαρτημένη και κατευθυνόμενη από αυτή.
Το ποια από τις δυο εκδοχές ελέγχει το κράτος σε κάθε ιστορική περίοδο, ασφαλώς δεν έχει να κάνει με τη θέληση του τεχνητού αυτού έθνους, αλλά με τις επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης για τη στήριξη των δικών τους συμφερόντων. Η δική τους αθέατη βούληση σηματοδοτεί και ενοποιεί ή διαφοροποιεί κατά περίπτωση τα φαινομενικώς διεστώτα. Ο  αναθεωρητισμός δηλαδή των αυτοκρατορικών βλέψεων του Ερντογάν δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από τις συγκαλυμμένες με την «τούρκικη λεοντή» αναθεωρητικές επιδιώξεις των δυτικών στην περιοχή.
Αυτοί επιθυμούν την αλλαγή της συνθήκης της Λωζάνης για να στριμώξουν γεωπολιτικά τη Ρωσία.
Αυτοί του επιτρέπουν να είναι αυταρχικός και αντιδημοκρατικός, παρά τις χλιαρές τους αντιδράσεις για το θεαθήναι, ώστε να διασφαλίζεται η ενότητα διοικήσεως στην επίτευξη των στόχων που αναθέτουν στην Τουρκία.  
Αυτοί προωθούν την δημιουργία του άξονα Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ, για την εξισορρόπηση υποτίθεται της τουρκικής απειλής στην Ανατολική Μεσόγειο, στην πραγματικότητα όμως  για την ανάσχεση της Ρωσίας και του Ιράν και την εξουδετέρωση της ενισχυμένης πλέον ρωσικής παρουσίας στη Συρία.
Αυτοί ενθαρρύνουν γενικά την επιθετικότητα της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδος για να αποθαρρύνουν πιθανές της σκέψεις εξόδου από το «δυτικό μαντρί».  
Αυτοί κραδαίνοντας την τουρκική απειλή κερδίζουν βάσεις στην Ελλάδα, όπως στην Κάρπαθο, τη Λάρισα, την Αλεξανδρούπολη και τον Άραξο ή επεκτείνουν τις ήδη υπάρχουσες (πχ Σούδα). Με την Ελλάδα να «επιχαίρει» για την «απαξίωση» της Τουρκίας και τη δική της «στρατηγική αναβάθμιση» που της παρέχει δήθεν ασφάλεια απέναντι στην τουρκική επιβουλή.
Χωρίς την τουρκική απειλή στα ανατολικά σύνορα της Ελλάδος οι σχέσεις μας με την Αλβανία και τα Σκόπια θα έμπαιναν σε άλλη βάση πολύ πιο ευνοϊκή για Ελλάδα.  
Χωρίς την τουρκική απειλή, η Ελλάδα και η Κύπρος θα ήταν πολύ πιο «χαλαρές» στην επιλογή συνεργατών για την εξόρυξη των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεν θα πρέπει να αιφνιδιαστεί κανένας αν στο εγγύς μέλλον η «κόντρα» του Ερντογάν με τη Δύση φθάσει μέχρι και την έξοδο της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ. Γιατί όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου και η ούτως ή άλλως κλιμακούμενη  αντιπαράθεση της Δύσης με τη Ρωσία φθάσει σε κατάσταση σύγκρουσης, οι δυτικοί θέλουν να είναι έξω από το έδαφος της Μικράς Ασίας σε περίπτωση μιας ρωσοτουρκικής σύγκρουσης. Σχεδιάζουν την υποστήριξη της Τουρκίας αλλά από τον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο και χωρίς τις δεσμεύσεις που προβλέπουν τα νατοϊκά πρωτόκολλα.
Δεν είναι λοιπόν ακόμη έτοιμοι οι δυτικοί μας «σύμμαχοι» για να δημιουργήσουν στην «γειτονιά» μας ένα μωσαϊκό από «μικρά φθονερά πριγκιπάτα ανίκανα να ενωθούν», αν όμως ποτέ καταφέρουν να επικρατήσουν στην επερχόμενη σύγκρουση, η επιλογή αυτή θα είναι το επόμενο βήμα τους και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχνά κανείς.