10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912: Η ΕΠΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΥ

Η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων επί των Τούρκων από την Επανάσταση του 1821

Άρθρο στην εφημερίδα «Εμπρός»

Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται 106 έτη από την μάχη του Σαρανταπόρου. Αυτή διεξήχθη μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων της Στρατιάς Θεσσαλίας υπό την γενική διοίκηση του Διαδόχου Κωνσταντίνου και του 8ου Σώματος Στρατού των Οθωμανών υπό την γενική διοίκηση του Χασάν Ταξίν Πασά. Στις 07.00 π.μ. της 9ης Οκτωβρίου (π.ημ.), άρχισε η προέλαση των τριών μεραρχιών του κέντρου της ελληνικής παρατάξεως. Αρχικώς, τα ημέτερα τμήματα αντιμετώπισαν μόνον τις εδαφικές δυσχέρειες, καθώς η απόσταση από τις εχθρικές θέσεις ήταν μεγάλη (8 – 10 χιλιόμετρα). Από τις 10.00 π.μ., όμως, αυτά άρχισαν να βάλλονται δραστικά από το εχθρικό πυροβολικό, δίχως να δεχθούν την βοήθεια του ημετέρου πυροβολικού. Αυτό συνέβη διότι οι 12 πεδινές πυροβολαρχίες είχαν κολλήσει στην λάσπη και δεν πρόλαβαν να ταχθούν εγκαίρως προς πυροβόληση, ενώ όσες εκ των υπολοίπων ήταν εις θέσιν να βάλλουν απείχαν από την αμυντική τοποθεσία περισσότερο από το βεληνεκές των πυροβόλων τους. Αν και τα τμήματα του πεζικού δέχθηκαν καταιγιστικά πυρά, δεν ανέκοψαν την προέλασή τους. Σημειωτέον ότι αυτά άρχισαν να δέχονται και τα πυρά των όπλων ευθυτενούς τροχιάς του εχθρού από τις 12.00 μ.μ..

Ευτυχώς, κατά τις 13.00 μ.μ., ξεκίνησαν οι βολές του ημετέρου πυροβολικού. Κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, οι δύο αντίπαλοι απείχαν μεταξύ τους περί τα 1.000 μέτρα. Δύο ώρες αργότερα, ενεπλάκησαν στην μάχη και οι εφεδρείες, ενώ η απόσταση μεταξύ των δύο παρατάξεων είχε μειωθεί στα 800 μέτρα. Το βράδυ της ιδίας ημέρας, οι Ι, ΙΙ, και ΙΙΙ Μεραρχίες είχαν φθάσει σε απόσταση 500 – 600 μέτρων από τις τουρκικές θέσεις στην τοποθεσία του Σαρανταπόρου, δίχως όμως οι Τούρκοι να έχουν απωλέσει έδαφος της κύριας αμυντικής τοποθεσίας. Αντιθέτως, οι δυνάμεις οι οποίες μάχονταν στις πτέρυγες σημείωσαν μεγαλύτερη πρόοδο, καθώς υπερκέρασαν την τοποθεσία του Σαρανταπόρου, αφού είχαν φθάσει στο χωριό Λιβάδι και το χωριό Πολύρραχο, αντιστοίχως.

Η τουρκική στρατιωτική ηγεσία διέγνωσε εγκαίρως τον κίνδυνο και απεφάσισε να αποσυρθεί στην δεύτερη αμυντική γραμμή, η οποία είχε δημιουργηθεί στο μέσον περίπου της στενωπού. Η κίνηση των τουρκικών στρατευμάτων δεν έπρεπε να γίνει αντιληπτή από τις ελληνικές δυνάμεις. Προς τούτο, οι Τούρκοι άρχισαν σφοδρό κανονιοβολισμό με το σύνολο των πυροβόλων τους, στις 19.00 μ.μ.. Αυτός διήρκεσε επί 20 περίπου λεπτά. Λίγο αργότερα (κατά τις 20.00 μ.μ.), τα τουρκικά τμήματα ξεκίνησαν την κίνησή τους υπό ραγδαία βροχόπτωση, η οποία δεν επέτρεψε στα ημέτερα στρατεύματα να δουν την κίνηση του εχθρού. Κατά το μεσονύκτιο, οι Τούρκοι αντελήφθησαν ότι οι επιτυχίες των Ελλήνων στις πτέρυγες ήταν μεγαλύτερες του αναμενομένου και καθιστούσαν επισφαλή μία ενδεχόμενη σύμπτυξή τους μέσω της κοιλάδος του Αλιάκμονα ποταμού. Η είδηση αυτή κλόνισε την συνοχή του εχθρικού στρατεύματος, ορισμένα τμήματα του οποίου κατελήφθησαν από πανικό. Πολλοί Τούρκοι άρχισαν να διαρρέουν προς βορράν, εγκαταλείποντας παντός είδους υλικό.

Η τουρκική διοίκηση δεν κατάφερε να επιβληθεί αλλά αντιθέτως σύντομα κατελήφθη και η ιδία από πανικό με αποτέλεσμα να μην ενημερώσει για τις κινήσεις της το τάγμα, το οποίο ευρίσκετο στο χωριό Λιβάδι. Το μόνο τμήμα, το οποίο διετήρησε τη συνοχή του, ήταν το πυροβολικό. Σε αυτό εδόθη προτεραιότητα και ξεκίνησε την πορεία του, συνοδεία ορισμένων συντεταγμένων μονάδων του πεζικού. Δεν πρόλαβε, όμως, να ολοκληρώσει την κίνησή του εγκαίρως. Το επόμενο πρωϊνό, ευρίσκετο ακόμη στην ανατολική είσοδο της στενωπού Πόρτας. Εκεί, έγινε αντιληπτό από προωθημένα τμήματα της IV Μεραρχίας, τα οποία εξαπέλυσαν ορμητική επίθεση και διέλυσαν την εχθρική φάλαγγα. Εν τω μεταξύ, το Γενικό Στρατηγείο είχε διατάξει όπως οι τρεις μεραρχίες του κέντρου εξακολουθήσουν τον αγώνα προς εκδίωξη του εχθρού από την οχυρωμένη τοποθεσία του. Στις 10.00 π.μ., και ενώ τα ημέτερα τμήματα ήταν έτοιμα να επιτεθούν, έγινε αντιληπτή η περίεργη ησυχία, η οποία επικρατούσε στο τουρκικό στρατόπεδο.

Οι πρώτες αναγνωρίσεις έδειξαν ότι ο εχθρός είχε εγκαταλείψει τις θέσεις του και είχε συμπτυχθεί. Τότε, ο Κωνσταντίνος διέταξε την καταδίωξή του με το σύνολο των ημετέρων δυνάμεων. Οι κατά μέτωπον ενεργούσες μεραρχίες κινήθηκαν εσπευσμένα προς βορράν, φθάνοντας στην γραμμή Στενά Πόρτας (η ΙΙΙ Μεραρχία) – Χάνι Καστανιάς (η ΙΙ Μεραρχία) – υψώματα Νεοχωρίου (η Ι Μεραρχία). Τις πρώτες πρωϊνές ώρες, το Απόσπασμα Κωνσταντινόπουλου είχε ήδη ανατρέψει το εχθρικό τάγμα στο Λιβάδι, εξαναγκάζοντάς το σε εσπευσμένη σύμπτυξη προς τα Σέρβια. Το Απόσπασμα συνέλαβε 80 αιχμαλώτους. Δυστυχώς, η Ταξιαρχία Ιππικού καθυστέρησε υπέρ του δέοντος και το μεγαλύτερο μέρος των εχθρικών στρατευμάτων κατόρθωσε να διαφύγει. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η νίκη των ημετέρων δυνάμεων ήταν σημαντική.

Ο Ελληνικός Στρατός είχε 182 νεκρούς και 995 τραυματίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των νεκρών συγκαταλεγόταν και ο διοικητής του 22ου Συντάγματος της V Μεραρχίας Αντισυνταγματάρχης Κυρ. Μαυρομιχάλης. Στο ελληνικό βασίλειο, η έκβαση της μάχης του Σαρανταπόρου προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη στρατιωτική νίκη των Ελλήνων επί των Τούρκων μετά την Επανάσταση του 1821. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και στους ξένους στρατιωτικούς παρατηρητές, λόγω της ισχυρής και καλώς οχυρωμένης τοποθεσίας του Σαρανταπόρου.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΚΛΑΒΟΣ