27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ

Χαμογελαστός, σεμνά, σχεδόν συνεσταλμένα, κοιτάζει από την εικόνα του, ο Άγιος Φανούριος.

Φύλακας εν εγρηγόρσει, προσέχει κάθε χαμένο πραγματάκι που έβαλα σε λάθος σημείο, πάνω στην βιασύνη ή στον φόρτο της σκέψης.

Έχειμια αθώα έκφραση ο Άγιος αυτός, θαρρείς συνένοχος στις αφηρημάδες της καθημερινότητας, «πού ακούμπησα, να πάρει η ευχή, την δαχτυλήθρα;»«πού πήγε το ευλογημένο καπάκι;», και με μια συγκατάβαση αδελφική «τι μου δίνεις να σ’ το βρω;»-«βρες το μου, και θα σου φτιάξω μια πιτούλα!». Και,τσουπ, εμφανίζει εκεί όπου άπαντες έχουμε αποτύχει να θυμηθούμε πού το αφήσαμε,το κλειδί, τα γυαλιά, το μισοραμμένο ρούχο.

Ο Άγιος Φανούριος είναι ο Άγιος για τα δύσκολα, αυτός που με προσγειώνει στην μακάρια υλικότητα της ζωής. Οπως εκείνος δεν μου χαλάει χατίρι, έτσι δεν του χαλώ την χάρη κι εγώ. Και, ω του θαύματος! Σαν δέσω την ποδιά μου, και καταπιαστώ με το κρησάρισμα και το αλεύρι που πέφτει στην πήλινη γαβάθα σαν το χιόνι, με το κονιάκ να ανταμώνει μεθυστικά τον χυμό του πορτοκαλιού και τα κανελλογαρύφαλλα, και μετά τον αρχικό δισταγμό –εκείνη την μικρή κρίσιμη στιγμή που κρέμεται από μια κλωστή το ναι ή το όχι- όταν βουτήξω τα χέρια μου στον χυλό της μελλοντικής φανουρόπιτας, ο κόσμοςέρχεται στα ίσια του. Ριστάρτ. Έσφαλα, πλήρωσα τα δέοντα, σε ευχαριστώ, πάμε να κάνουμε νέα αρχή παρακάτω.

Από τα πολύ πολύ παλιά χρόνια, αρέσει στους ανθρώπους να καλοπιάνουν τους θεούς τους. Μπορεί να μένουν σε σπηλιές ή σε μαρμαροπελεκημένα παλάτια, όμως ανάμεσα στα σπασμένα πιατάκια και τις ζωγραφισμένες στάμνες, γύρω από μικρές άγιες τράπεζες, καίνε σπόρια, φρούτα και καρπούς κι αφήνουν πιτούλες τυλιγμένες στο μέλι, για να γλυκαθούν οι θεοί και να τους φανερώσουν ανθρώπους, πράγματα, ελπίδες και πραγματικότητες μελλούμενες. Έτσι ο κόσμος ο ορατός, ο ενσαρκωμένος, μοιράζεται με τον κόσμο τον αόρατο, τις χαρές της ζωής. Κι ο κόσμος ο αόρατος, που στερείται τις αισθήσεις των θνητών, στέλνει στους ανθρώπους μια πνοή από το σύμπαν της αθανασίας, εκεί όπου δεν υπάρχει λύπη, αλλά δεν υπάρχει και γέλιο, μια συμβουλή πολύτιμη, μια ενόραση που δεν την πιάνει το μάτι του ανθρώπου, μια απάντηση, κι ας είναι η ερώτηση «πού είναι το αγαπημένο κουκλάκι του παιδιού που έχει πλαντάξει στο κλάμα και δεν μπορώ να το βρω; Σώσε άγιέ μου, θα σκάσω!».

Η μειλίχια έκφραση του Αγίου, γλυκαίνει την ανθρώπινη ψυχή. Είναι κι η ευχή που συνοδεύει το μοίρασμα της πίτας «Θεός σχωρέσ’ την μανούλα του Αγίου Φανουρίου!»,που δημιουργεί μια επιπλέον συμπάθεια για αυτόν τον αγιο που ήταν στρατιωτικός, μα όχι ιππέας σαν το δίδυμο της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, Γεώργιο και Δημήτριο, αλλά πεζικάριος, και κρατά ένα κερί, αντί για σπαθί και δόρυ, σαν να μάχεται αυτός με την φλόγα του νου του.

Εκεί λοιπόν που το καλοκαίρι πάει να φύγει, στις 27 Αυγούστου, έχει βάλει η εκκλησία τον νεαρό Άγιο, να βρίσκει με το κεράκι του τα απολεσθέντα και τα ευχούμενα.

Είναι μαγευτική και συνάμα συγκλονιστική  αυτή η οικειότητα που έχουμε οι Έλληνες με τους θεούς μας. ΈναςΆγιος ή μια Αγία για κάθε επάγγελμα, άλλος για τους ράφτες, άλλος για τους πυροσβέστες. Και μην πει κανείς πως είναι τάχα πράγματα παλιά και ξεπερασμένα, δικαιολογίες για τους χοντρόπετσους και τους οκνηρούς. Σε μια εκκλησία των Αθηνών είδα τον Απόστολο Παύλο, ως προστάτη των επαγγελματιών Δημοσίων Σχέσεων. Ευλογημένος λαός, άμα θέλουμε, με τα πόδια να χτυπούν ρυθμικά την γη, και τα μάτια σηκωμένα στον ουρανό.

Ε.Δ.