ΕΠΑΝΗΛΘΕ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ CIA: ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΒΡΑΒΕΙΟ ΝΟΜΠΕΛ ΣΤΟΝ ΤΣΙΠΡΑ ΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ!

Ενώ η συγκυβέρνηση των Τσιπροκαμμένων βρίσκεται σε απομόνωση και αντιμετωπίζει πλέον την λαϊκή κατακραυγή, λόγω της προδοσίας της Μακεδονίας μας και της εθνικής τραγωδίας με τις φωτιές, επιστρατεύτηκε προς βοήθειά της ο καθηγητής Διαχείρισης Συγκρούσεων (conflict management) στο Johns Hopkins University, Έντουαρντ Τζόσεφ, ο οποίος είχε γράψει το γνωστό άρθρο στο Foreign Policy Magazine (της CIA), ζητώντας να δοθεί το… βραβείο Νόμπελ στον Τσίπρα, γιατί ξεπούλησε το όνομα της Μακεδονίας μας.

Ο λεγάμενος, με συνέντευξή του στο απολύτως ελεγχόμενο από τους προδότες ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, πλέκει το εγκώμιο του Τσίπρα «με πάθος και ενθουσιασμό που δεν κρύβεται» (όπως αναφέρει το ΑΠΕ…) και επανέρχεται στην πρόταση για απονομή του… Νόμπελ. Δείτε πως επιχειρούν οι διεθνείς του προστάτες, να εμφανίσουν τον αποτυχημένο Τσίπρα ως… ηγέτη διεθνών προδιαγραφών:

«Υπάρχουν κάποια πολύ σοβαρά ζητήματα στη διαφωνία του ονοματολογικού. Δεν είναι απλώς ένα γελοίο θέμα όπως επανειλημμένα το έχουν χαρακτηρίσει πολλοί διπλωμάτες και παρατηρητές. Πιστεύω ότι και οι δύο ηγέτες αξίζουν να είναι υποψήφιοι για ένα βραβείο Νόμπελ. Χρειάζεται κουράγιο για να συμβιβαστείς. Δεν είναι ένα εύκολο πράγμα και για αυτό η συμφωνία είναι τόσο σημαντική. Και ο πραγματικός λόγος που αυτή η συμφωνία αξίζει ένα βραβείο Νόμπελ δεν είναι απλώς γιατί λήγει οριστικά ένα πρόβλημα, αλλά μάλλον γιατί δημιουργεί ένα νέο μοντέλο επίλυσης διεθνών διενέξεων που σχετίζονται με θέματα ταυτότητας.

Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στη συμφωνία των Πρεσπών δημιουργεί ένα διεθνές μοντέλο που αξίζει απολύτως να ληφθεί υπόψη για ένα βραβείο Νόμπελ…

Είμαι πεπεισμένος ότι ο χαρακτήρας της ηγεσίας έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Για το μεγαλύτερο διάστημα υπήρχε λογική ηγεσία στα Σκόπια, αλλά η Αθήνα δεν ήταν τότε έτοιμη να συζητήσει. Και όταν στην Ελλάδα είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για την επιδίωξη λύσης, στην άλλη πλευρά υπήρχε ο Νικολά Γκρούεφσκι, ο οποίος δεν ήθελε ποτέ να διαπραγματευτεί σοβαρά. Άρα χρειαζόταν να συμπέσουν χρονικά δύο ηγέτες που θα έχουν το πολιτικό θάρρος να ανοίξουν τα ζητήματα και όχι απλώς να μιλούν. Βέβαια εκτός από το κουράγιο, πιστεύω ότι ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισαν το πρόβλημα και η απαράμιλλη δέσμευση που έδειξαν στην όλη διαδικασία. Δεν ήταν φυγόπονοι. Δεν μιλούσαν απλώς για να μιλήσουν προσπαθώντας να αποφύγουν τα δύσκολα θέματα. Αντιθέτως μπήκαν στην ουσία του προβλήματος και έδειξαν την επιθυμία να καταλήξουν σε μια ολοκληρωτική συμφωνία που θα ρυθμίζει όλα τα εκκρεμή θέματα. Δεν είχαμε, λοιπόν, άλλη μια ενδιάμεση συμφωνία που θα λύνει προσωρινά το πρόβλημα. Όχι, τόλμησαν και άγγιξαν τα πιο ευαίσθητα θέματα».