ΜΝΗΜΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ 

«… Έρχονται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές» 

Το 1998 ένα θέμα συγκλονίζει το Πανελλήνιο. Η εξαφάνιση του καθηγητού Λιαντίνη, η οποία έδωσε την αφορμή σε πλείστους να ισχυριστούν πράγματα υπερβολικά και ανυπόστατα. 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ 

Την τελευταία του επιστολή ο καθηγητής Δημήτριος Λιαντίνης επέλεξε να την απευθύνει στην μοναχοκόρη του Διοτίμα. Χωρίς πολλά λόγια και σχόλια, που πιστεύω ότι θα αποτελούσαν μια βέβηλη πράξη, σας την παραθέτω:  

«Διοτίμα μου,  

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα, βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω απ’ όλα εστάθηκε μια προσεχτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης. 

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρά είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι. 

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχονται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού. 

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες γενεές που έρχονται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει. 

Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. 

Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπούκη και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή. 

Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου. Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου. 

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στη μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη κι αυτή την τιμή.  

Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή να τον κάψετε σ’ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης. 

Έζησα έρημος και ισχυρός 

Λιαντίνης 

Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές  Σολωμού στην Ζάκυνθο και Λυκούργου στη Σπάρτη» 

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥ: 

«Ζει το τσακάλι; Αυτό σημαίνει ότι χρεωστά την ζωή του στον θάνατο του λαγού. Ζει ο λαγός; Αυτό σημαίνει ότι χρωστά την ζωή του στον θάνατο του τσακαλιού. Το ένα ζει χάρη στον θάνατο. Το άλλο πεθαίνει χάρη στην ζωή. Το εξαγόμενο είναι πως η βάση σε κάθε μορφή ζωής είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι το θεμέλιο της ζωής. Χωρίς θάνατο δεν υπάρχει ζωή». 

Λόγια από το τελευταίο βιβλίο του αυτόχειρα καθηγητού της Φιλοσοφίας με το τίτλο «Γκέμμα». Λόγια γεμάτα αλήθεια, γεμάτα αλήθεια σκληρή, που χαράζει σαν το διαμάντι, που μας έρχεται μέσα από τους αιώνες, από τον Ηράκλειτο μέχρι τον Φρειδερίκο Νίτσε. Λόγια αληθινά, γεμάτα ουσία, γεμάτα κατάφαση για την ζωή, χωρίς ψεύτικες ωραιοποιήσεις. Λόγια ενός ανθρώπου που επέλεξε να φύγει δυνατός και ακμαίος. Ακόμη και ένας θάνατος έχει την σημασία του, όταν είναι ένας θάνατος προορισμένος να κλείσει έναν έντιμο προσωπικό κύκλο και να δείξει μια απόλυτη άρνηση στο κατρακύλισμα του σημερινού Έλληνα.  

Την ημέρα του θανάτου του ο καθηγητής Δημήτριος Λιαντίνης-Νικολακάκος ανέθεσε σε δύο φίλους του και προφανώς συμπολεμιστές του στην μάχη του πνεύματος να στεφανώσουν με δάφνη δύο αγάλματα: Αυτό του Λυκούργου στην Σπάρτη, του μεγάλου νομοθέτη και εμπνευστή της Πολιτείας των Δικαίων, της Πολιτείας των Πολεμιστών, της αιώνιας Σπάρτης και αυτό του Διονυσίου Σολωμού στο λόφο του Στράνη, ενός λόφου που βρίσκεται πάνω από την πόλη της Ζακύνθου και στον οποίον ευρισκόμενος ο εθνικός μας ποιητής ακούγοντας τον βρόντο των κανονιών από το Μεσολόγγι ενεπνεύσθη τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Τελευταία λόγια σε αυτό το κείμενο θα είναι τα λόγια του ποιητή, του πολυαγαπημένου ποιητή του καθηγητή Λιαντίνη: «Όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει».»