ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ

                                                               

Άρθρο του Απόστολου Καραΐσκου στην εφημερίδα «Εμπρός»

Οποιαδήποτε δοκιμή γνώσης που αφέ­τηριακά δεν εκκινεί επιχειρώντας να δώσει μια απάντηση στο οντολογικό ερώτημα: τι είναι το Είναι και με ποιο τρόπο δύναται ο άνθρωπος να μετέχει αρμονικά σε αυ­τό, φαντάζει μάταιος κόπος, αποκομμένος τόσο από τις αγωνίες και τις αναζητήσεις του σήμε­ρα, όσο και από τα αρχέγονα ερωτήματα του ανθρώπου.

Ο φυσικός δηλαδή κόσμος και η αρμονία – κοσμιότητά του είναι παράγωγο μιας υπαρξια­κά αυτονομημένης λειτουργίας της ύλης; Ή μήπως συγκροτείται και συνέχεται από έναν κοινό λόγο που απλά αποκαλύπτεται μέσα από αυτόν τον φυσικό κόσμο και την αρμονία του;

Πάντως η ζωή, που συνιστά το κύριο γεγο­νός μετοχής στο Είναι, αποκτά νόημα και υπό­σταση μόνο μέσα από δυο βασικές έννοιες: την μορφική αρμονία του κόσμου που είναι το αντίθετο της αμορφίας, δηλαδή του χάους και της διάλυσης του θανάτου, και την υπαρκτική ετερότητα του ανθρώπου ως πρόσωπο. Δηλα­δή την ετερότητα που αποπνέεται από την μο­ναδικότητα της ύπαρξής του και όχι μέσα από μια απλή αριθμητική διαφοροποίησή του, όπως για παράδειγμα μέσω ενός αριθμού Δελτίου Ταυτότητας, Φορολογικού Μητρώου, ΑΜΚΑ κλπ.

Γιατί όταν ο άνθρωπος «γίνεται αριθμός» τότε η κοινωνία μετατρέπεται σε κολλεκτίβα, ενώ η προσωπικότητα του πολίτη «τσουβαλιά­ζεται» σαν άθροισμα πανομοιότυπων αναγκών. Σε μια τέτοια κοινωνία, ο πολίτης «εκπροσωπεί­ται» στην διαχείριση του κοινού βίου (ή καλύ­τερα ισοπεδώνεται) με τον γνωστό τρόπο του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού ή της υπαρκτής ακόμη και σήμερα αντιπροσωπευτικής δημο­κρατίας. Δηλαδή σαν αδιαφοροποίητη μονάδα μιας φυσικής ομοείδειας.

Όμως ο άνθρωπος για να υπάρχει πραγματι­κά πρέπει αφενός να μπορεί να υπάρχει στον χώρο και στον χρόνο, χωρίς να στρεβλώνεται η μνήμη (παρελθόν), η συνείδηση (παρόν) και η βούλησή του (μέλλον), και αφετέρου, στα πλαί­σια λειτουργίας του ως πολίτης να μετέχει στο κοινωνικό γεγονός ως πρόσωπο. Δηλαδή ως ύπαρξη μοναδική, ανόμοια και ανεπανάληπτη που η μετοχή της στον συλλογικό βίο δεν περιο­

ρίζεται στην εξασφάλιση των βιολογικών του λειτουργιών, αλλά αποσκοπεί στην προσωπική συμβολή για την κατάλογον (τάξη, κάλλος, αρμονία) πραγμάτωση του κοινωνικού γεγονό­τος.

Δηλαδή προϋποθέσεις που αφορούν σε υπο­στασιακά στοιχεία όχι μόνο της ατομικής αλλά και της συλλογικής – εθνικής ετερότητας του ανθρώπου. Ή αλλιώς στοιχεία που φανερώ­νουν ότι το πρόσωπο (ως ύπαρξη) προηγείται μεν του έθνους (ως ουσίας), αλλά μόνο μέσα από αυτό μπορεί να βιώσει την υπαρκτική του ελευθερία. Κατ’ επέκταση και η ανθρωπότητα αποτελεί μεν την ουσία της παγκόσμιας κοινω­νίας, η οποία όμως μόνο μέσα από την διάρθρω­σή της σε έθνη μπορεί να πραγματώσει το σκο­πό της ύπαρξής της. Έναν σκοπό που σχετίζε­ται με την ελευθερία κάθε κοινότητας και κά­θε προσώπου.

Γεγονός που συνεπάγεται ότι το έθνος, που σαν κατηγορία γεννήθηκε όταν οι φυλές μετά από μακρά συμβίωση και κοινούς αγώνες, δια­μόρφωσαν μια συλλογική μνήμη, φθάνοντας σε ένα οριακό επίπεδο συνοχής, συνείδησης και πολιτισμού, δεν είναι απλά η καταλληλότερη μονάδα ανθρώπινου πληθυσμού που δικαιούται να αυτοκυβερνάται, αλλά συνιστά τον λόγο – τρόπο υπαρκτικής ελευθερίας του ανθρώπου.

Μόνο μέσα από τη βιωματική οικείωση του εθνικού, που δεν είναι μια νοητική ή αισθητική αλλά μια υπαρκτική λειτουργία, ο άνθρωπος κατορθώνει να γίνει αυτό που ορίστηκε να είναι. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να μετέχει αρμονικά στο Είναι.

Οι ρίζες του Ελληνικού Εθνικισμού φύο­νται στο έδαφος της ομηρικής ποίησης και επέ­κεινα. Δηλαδή ιστορικά στον Ελληνισμό η γέν­νηση του έθνους προηγήθηκε του κράτους και συνέχισε να υπάρχει ακόμη και σε περιόδους όπου δεν υπήρχε πολιτική ενότητα. Ίσως λοιπόν η δύναμη του Ελληνικού Εθνικισμού, στα σκο­τεινά χρόνια που έρχονται, αποδειχτεί για μια ακόμη φορά στην Ιστορία το πιο ισχυρό όπλο τόσο για την ιστορική επιβίωση των Ελλήνων, όσο και για την σωτηρία ολόκληρης της ανθρω­πότητας.