KANEIΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ …ΑΠΕΘΑΝΤΟΣ (ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ «ΟΔΥΣΣΕΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΦΑΣΙΣΤΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ» ΠΟΥ ‘ΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΕ ΤΟΙΧΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΟΥ)

Γράφει ο Οδυσσέας Πατεράκης
Δεν αισθάνθηκα μίσος για σένα παιδί μου. Δεν ένοιωσα μίσος, ούτε με τα τραγούδια του αδικοχαμένου τραγουδιστή, κι’ ας καλούσε σε φόνους. Απ’ το μικρόφωνο κι’ απ’ το σπρέι, μέχρι το τράβηγμα της σκανδάλης, το ξέρω πως υπάρχει απόσταση. Είν’ εύκολο να μιλήσεις τη γλώσσα τη σκληρή, αλλά να κοιττάξεις τον άλλο στα μάτια, είναι το δύσκολο. Ειδικά όταν το ‘χεις από πεποίθηση να βλέπεις σα μια υποδιαίρεση του «εμείς» το «εγώ» σου. Γιατί ‘ναι τα μάτια του άλλου και τα δικά σου τα μάτια παιδί μου. Αν μπορούσαν ταυτόχρονα να κοιττάξουν όλοι στα μάτια των άλλων, έναν καθρέφτη θά ‘χαν απέναντι. Μια και μόνη ύπαρξη θ’ αντίκρυζαν, σε μια και μόνη ψυχή θα βυθίζονταν : Τη δική τους την ύπαρξη, τη δική τους ψυχή…Θα ‘λεγα να μην περιορίζονταν στ’ ανθρώπινα μάτια τούτες οι σκέψεις. Ας βάζαμε, στο παράξενο για την εγωιστική φύση μας τούτο παιχνίδι κι’ όλα τα έμβια όντα κι’ ας φανταζόμασταν πως έχουν μάτια κι’ όσα ο αδυσώπητος «υλισμός» μας τα βάφτισε «άψυχα» και μας έμαθε να τα βλέπουμε …χρηστικά και να τ’ αξιολογούμε ως «άχρηστα». Κι’ ίσως μαθαίναμε επιτέλους πως όλος ο «κόσμος» είμαστ’ «Εμείς». Ωστόσο, μας οδηγεί σ’ επικίνδυνες ατραπούς ο εγωισμός, εμάς τους ανθρώπους. Εκείνη η αντίληψη που αντιλαμβάνεται το «εμείς» σαν ένα κοινό αριθμητικό πολλαπλάσιο του «εγώ». Που βλέπει τον κόσμο σαν πίτα και τ’ άτομα ως όντα αδηφάγα π’ ανταγωνίζονται ποιο θ’ αρπάξει το μεγαλύτερο μέρισμα. Το ίδιο χρηστικά μάθαμε να βλέπουμε και τον κόσμο των ιδεών. Και γεμίσαμε τον κόσμο ιδεοσχήματα, τρέφοντας την αυταπάτη πως γεννούμε ιδέες. Δόγματα ξεκομμένα απ’ το βίωμα, οριοθετημένα πεδία του νου που (κατά τρόπο παράδοξο για την υποκειμενική τους αφετηρία) αντικειμενοποιούν την «αλήθεια» και τη μετατρέπουν σε «σύστημα γενικής ευτυχίας». Ένα σύστημα απευθυνόμενο στο «εμείς», που ‘χει την ανεξίτηλην όμως σφραγίδα του «εγώ», στη θλιβερή του «ιδεολογική πιστοποίηση». Ας αναρωτηθούμε λοιπόν για την αφετηρία των σκέψεων. Ας σκεφτούμε, εν προκειμένω, κατά πόσον το «κοινωνικό αίτημα» είναι όντως κ ο ι ν ω ν ι κ ό ν και δεν υπαγορεύεται από την άθλια αφετηρία του «γιατί εσύ κι’ όχι εγώ», κατά πόσον το «εθνικόν αίτημα» είναι όντως ε θ ν ι κ ό ν και δεν αποτελεί την ιδεοσχηματικήν απόδοση των πιο μύχιων συμπλεγμάτων μας. Μπερδεύουμε συχνά τη ρήση του εθνικού μας ποιητή, αλλά ο Διονύσιος Σολωμός είπε πως «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» κι’ όχι πως πρέπει να θεωρεί αληθές ό,τι η υποκειμενική κρίση μας, αυθαίρετα, βαφτίζει «εθνικόν». Όλα τα ‘χει τούτος ο γκροτέσκο πίνακας, αγαπητέ …συνθηματογράφε «του θανάτου». Και πρέπει σε κάποιους καθαρά να ανταπαντήσουμε : Κάτω το κωλοσύστημα αλλά πιο κάτω οι επαναστάτες του κώλου». Κι’ ομοίως «Κάτω οι προδότες, αλλά πιο κάτω οι πατριδοκάπηλοι». Διότι μόνον κοινωνικός που δεν είναι ο κοινωνικός φθόνος και μόνον αγωνιστικός που δεν είναι ο αγώνας εκείνος που γίνεται για να καλύψει τα υπαρξιακά μας κενά. Ομοίως, όπως δεν είναι εθνικό φρόνημα, ο…ουγκανισμός, όποιου, ελλείψει πλέον καβάντζας προς γαρδενιοεκτοξεύσεις στα σκουπιδομάγαζα, αποφάσισε να …καβαλίσει άσπρο άλογο για να πάρει την Αγιά Σοφιά. Πριν αποφασίζεις λοιπόν ν’ αποτυπώνεις στον τοίχο τις σκέψεις σου, βεβαιώσου για την ποιότητα της νοητικής εκείνης διεργασίας που σου υπαγορεύει την έκφραση. Την οποιαδήποτε έκφραση.  Όσο για τα περί …θανάτου, άστο παιδί μου καλύτερα. Αυτός που αποφάσισε ν’ αγωνιστεί, ξέρει καλά πως αρκεί και μια ανίατη νόσος ή ένα έμφραγμα και γενικά πως σε μια λεπτή κλωστή κρέμεται τούτο το μετέωρο πρόσημο που λέγεται βίος, σηματοδοτώντας (θετικά ή αρνητικά) το (έτσι κι΄αλλοιώς ανερμήνευτον) «είναι» της ύπαρξης. Δεν το περίμενα ασφαλώς να μάθω από σένα πως δεν είμαι  απέθαντος…