ΠΟΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ «ΕΦΗΜΕΡΕΥΕΙ» ΣΗΜΕΡΑ;

Άρθρο από την εφημερίδα «Εμπρός»

Στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η ειδησεογραφία, ο πολιτικός σχολιασμός και η συνολική θε­ματολογία των εκπομπών των ΜΜΕ δεν ταυτίζονται με τον καταγωγικό τους ρόλο, αλλά με την δημιουργία μιας εικονικής πραγματικότητας και την πο­λιτική χειραγώγηση του ακροατηρίου.

Τα μέσα ενημέρωσης επιδίδο­νται συστηματικά στην παρελ­κυστική ελαχιστοποίηση των μειζόνων και ουσιαστικών, και την μεγιστοποίηση των ασήμαντων και ευτελών, κα­θοδηγώντας τον κόσμο σε πλήρη υποταγή στους νόμους της αγο­ράς, στην εμπέδωση της ξενομα­νίας, του κιτς και της σαχλαμά­ρας.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, μια νέα λοιμική ενέσκηψε στο ήδη ρημαγμένο από την αυθαι­ρεσία ραδιοτηλεοπτικό τοπίο: η καθημερινή ενδελεχής ανάλυση ειδεχθών εγκλημάτων ή η «αστυ­νομική» ανίχνευση λεπτομερει­ών περίεργων θανάτων που εν­δέχεται να οφείλονται σε εγκλη­ματικές ενέργειες.

Οι παρουσιαστές των εκπο­μπών αυτών, συνήθως ναρκισσευόμενες πριμαντόνες της δη­μοσιογραφίας, που αυτοαναγο- ρεύονται σε αστυνομικά λαγωνι­κά, εισαγγελείς, ιατροδικαστές, κριτές παντός επιστητού, τιμητές πάντων των «ορατών τε και αορά­των» και γενικά σε κατόχους όλων των ιδιοτήτων – ικανοτήτων, βάσει των οποίων εύλογα θα μπορούσε να τους κατατάξει κανείς σε μια νεοπαγή ειδικότητα, αυτή του «ει­δικού τηλεοπτικού πτωματολόγου» ή πιο λαϊκά της «τηλεοπτι­κής ύαινας» .

Είναι οι άνθρωποι που όταν οι τηλεοράσεις δεν προβάλουν εκ­πομπές survivors, τούρκικα σήριαλς, τηλεπαιχνίδια με «περιχα­ρείς», «ανέμελους» και «ευτυχισμέ­νους» παίκτες, εκπομπές ανάδει­ξης ταλέντων και πολιτικές εκ­πομπές ξεχειλίζουσας δημο­κρατικής ευαισθησίας του «συ­νταγματικού τόξου», γεμίζουν την ημέρα μας με πλήθος ρεπορ­τάζ που σχετίζονται με στυγερά εγκλήματα ή με ανευρεθέντα πτώ­ματα που ενδέχεται να είναι θύ­ματα δολοφονικών ενεργειών.

Με ανατριχιαστικές φωτογρα­φίες και μακάβριες περιγραφές, «πουλάνε» πανάκριβα κομμάτι – κομμάτι το «σφάγιο» που «εμπο­ρεύονται», αναλύοντας όλες τις λεπτομέρειες της εγκληματικής ενέργειας, εξοικειώνοντας το κοι­νό με την φρίκη και την «λογική» της παραβατικής συμπεριφοράς.

Επίσημα βέβαια έχουν υποτί­θεται καταγγελτικό λόγο για αυ­τές τις ενέργειες, αλλά κάποτε ο Μάνος Χατζηδάκις (βεβαιωμένα «μη φασίστας») είχε πει ότι: «’Οταν το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβό­μαστε… γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε». Τι έχουν να πουν οι «πριμαντό­νες» για αυτό; Εκτός από την αύ­ξηση της τηλεθέασης και τις ει­σπράξεις από τις διαφημίσεις, τι επίπτωση έχει στην κοινωνία η εξοικείωση των ανθρώπων με την φρίκη και το έγκλημα; Αυξάνει ή μειώνει την εγκληματικότητα; Συνάδει ή απάδει προς την κοι­νωνικοποίηση των ανθρώπων;

Είναι προφανές λοιπόν ότι πρόκειται για ένα χυδαίο είδος δημοσιογραφίας, που χωρίς να σέβεται την τραγική κατάσταση των συγγενών και των φίλων των θυμάτων, με ζωντανές συνδέσεις μαζί τους και εκμεταλλευόμενοι τον πόνο τους, προσφέρουν στους τηλεθεατές κάτι από την ηδονή της αρένας του Κολοσσαίου.

Κατασπαράζοντας με τον τρό­πο τους για δεύτερη φορά τις σάρκες των θυμάτων που παρου­σιάζουν στις εκπομπές τους και συνεισφέροντας δήθεν στην έρευ­να, εθίζουν τους θεατές στο να απολαμβάνουν την δυστυχία του συνανθρώπου τους, τρώγοντας πατατάκια και πίνοντας καφέ, καθισμένοι στον καναπέ και στην ασφάλεια του σπιτιού τους, μια ασφάλεια όμως που είναι ψεύτικη.

Και είναι ψεύτικη γιατί ο κλέ­φτης, ο δολοφόνος και ο βιαστής, που δήθεν καταγγέλλουν, βρί­σκονται ήδη μέσα στο σπίτι τους. Εκεί που τους έμπασαν αθόρυβα και λαθραία από την «Κερκόπορ- τα» της ψυχής τους οι «πριμα­ντόνες της δημοσιογραφίας» για να κλέψουν, να βιάσουν και να δολοφονήσουν το ίδιο τους το εί­ναι. Τους έβαλαν αυτοί που εμπορεύονται τον τρόμο μιλώ­ντας συνεχώς για τον κλέφτη που ίσως μπει μέσα στο σπίτι τους για να τους ληστέψει, αλλά που δεν λένε κουβέντα για τους ληστές τοκογλύφους που τους αρπά­ζουν ολόκληρο το σπίτι, την Πατρίδα και την ιστορία τους.

Έτσι, κάθε μέρα, ένα «νέο» στοιχείο που φέρνει στο φως η δημοσιογραφική έρευνα για το έγκλημα που «εφημερεύει», προ­σθέτει ένα καινούργιο επεισόδιο στο σήριαλ της πτωματολογίας, μέχρις ότου η αλυσιδωτή δημο­σιογραφική σκύλευση του νε­κρού να εστιάσει σε ένα καινούρ­γιο, πιο «φρέσκο» και πιο ενδια­φέρον έγκλημα.

Ταυτόχρονα η αρένα του τηλε­οπτικού «Κολοσσαίου», διανθίζε­ται με διαλείμματα από ακριβο­πληρωμένες διαφημίσεις, «πικά­ντικες» ειδήσεις για τα καινούργια φλερτ διασήμων, μόδα, ομορφιά, κληρώσεις δώρων σε τηλεθεατές, ευφυολογήματα και διδακτισμούς προς τους «ιθαγενείς» τηλε­θεατές και πάλι επιστροφή στην παράνοια της δημοσιογραφικής χυδαιότητας για το ίδιο ή κάποιο άλλο έγκλημα.

Δεν θα ξεχάσω την σκηνή πριν μερικά χρόνια, όταν δυο νήπια είχαν απανθρακωθεί από πυρκα­γιά σε διαμέρισμα στα Πατήσια ενώ ο πατέρας τους κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, έχοντας επιστρέ­ψει από νυχτερινή βάρδια από την εργασία του. Μέσα στην γενικευμένη αναμπουμπούλα που επι­κράτησε, από την επέμβαση των σωστικών συνεργείων, της Πυρο­σβεστικής, της Αστυνομίας και των περιοίκων, ένας δημοσιογράφος πλησιάζοντας το μικρόφωνο στον πατέρα που ολοφυρόμενος αδυ­νατούσε να αρθρώσει λέξη, τον ρώ­τησε: «Πώς αισθάνεστε»; Ταυτόχρο­να η κάμερα ζουμάριζε στην θρη­νητική του έκφραση και τις οιμωγές, όπως άλλοτε η προσοχή των θεατών του Κολοσσαίου εστιαζό­ταν αδηφάγα στους γόους και στην έκφραση πόνου και απελπισίας των σπαρασσομένων από τα θηρία ανθρώπων.

Και μέχρις εδώ θα μπορούσε να το καταλάβει κανείς (όχι βέ­βαια και να το αποδεχτεί), γιατί αυτός είναι ο υλιστικός μοντέρνος δυτικός «πολιτισμός». Το κυνήγι του κέρδους και η χρησιμοθη­ρία, ο ιστορικός υλισμός εν γένει, είναι γνωστό ότι εκθηριώνει τον άνθρωπο.

Το απίστευτο όμως είναι, το πως η ίδια θεματολογία αναπα­ράγεται ή μεταλλάσσεται συγχρο­νισμένα από όλα τα ΜΜΕ, λει­τουργώντας κατά κανόνα παρελ­κυστικά σε μείζονα θέματα πολι­τικής επικαιρότητας και κυρίως εθνικά, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει αυτές τις ημέρες με το όνομα της Μακεδονίας μας. Στοι­χείο που αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας την ύπαρξη κε­ντρικού συντονισμού και με- θόδευσης στην ασέλγεια, με προφανή οικονομικά και πολιτι­κά οφέλη, καθώς και την πρα­κτόρευση ξένων συμφερόντων.

Είναι η ίδια μεθόδευση και «ικανότητα» συντονισμού και κοι­νής στοχοθεσίας του συστήματος που είδαμε πρόσφατα στην «Χρυσαυγιάδα». Αυτής που μετά την ατελέσφορη εφαρμογή της μεταλλάχθηκε με «θαυμαστή» ακρίβεια από το σύστημα στο ιδιότυπο ραδιοτηλεοπτικό εμπάργκο εναντίον της Χρυ­σής Αυγής, από όλα τα ΜΜΕ πανελλαδικής εμβέλειας.

Το κρατικό ραδιόφωνο για πα­ράδειγμα, σε όλες τις ζωντανές πολύωρες μεταδόσεις συνεδριά­σεων του Κοινοβουλίου, όταν μι­λάει ο Αρχηγός ή κάποιος βου­λευτής του Λαϊκού Συνδέσμου, κατά πάγια πλέον τακτική διακό­πτει την σύνδεση κάνοντας μου­σικό διάλειμμα καθ’ όλη τη διάρ­κεια της ομιλίας και επανέρχεται στην ζωντανή μετάδοση μετά το πέρας αυτής.

Πρόκειται για προφανή μεθόδευση που αποκαλύπτει ότι υπάρχει κεντρικός «ιθύνων νους» και ότι η δημοσιογρα­φία αυτή είναι μια στρατευμένη δημοσιογραφία, που συ­μπεριφέρεται σαν τμήμα εγκληματικής οργάνωσης με στρατιωτική δομή και ιεραρ­χία που υπηρετεί αντεθνικά συμφέροντα.

Είναι η δημοσιογραφία που σαμποτάροντας συστηματικά το συλλαλητήριο της 21ης Ιανουαρίου για το θέμα της Μα­κεδονίας μας, συνεχίζει να εξά­πτει τα ζωώδη ένστικτα του πλη­θυσμού, όχι φυσικά στην αναζή­τηση απάντησης στα ζωτικά εθνι­κά θέματα, αλλά στο καίριο ερώ­τημα για τον θεατή του τηλεοπτι­κού Κολοσσαίου: ποιο έγκλημα εφημερεύει σήμερα;

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ