ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΙΤ ΚΑΙ Η «ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ» ΤΗΣ ΑΝΑΒΡΑΖΟΥΣΑΣ ΠΑΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 

Οι αντιφασιστικές ελίτ και η «ιδεολογία» της αναβράζουσας παθητικότητας

Είναι γνωστή και εξαιρετικά προβεβλημένη η αρνητική αντίληψη της αριστεράς περί έθνους, όπως είναι γνωστή επίσης και η απόλυτη σύμπτωση των απόψεών της για το ίδιο θέμα με εκείνους που προωθούν την ιδέα της Παγκοσμιοποίησης. Δηλαδή τους αμερικανοσιωνιστές και τους απανταχού συνεργάτες-υποτακτικούς τους, οι οποίοι όταν δεν εμφανίζονται καμουφλαρισμένοι με την κόκκινη προβιά, παρουσιάζονται συνήθως σαν θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού.

Υποτίθεται βέβαια, ότι ο κάθε χώρος εξηγεί τις αντεθνικές του απόψεις, ξεκινώντας από άλλη ιδεολογική αφετηρία. Αλλά ακόμη και έτσι να ήταν τα πράγματα (που προφανώς δεν είναι) το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Οι αριστεροί όλων των αποχρώσεων είναι οι αγαπημένοι εταίροι του αμερικανοσιωνιστικού κατεστημένου, της Νέας Τάξης και γενικώς του κεφαλαίου. Αριστεροί και νεοφιλελεύθεροι είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι τα όπλα με τα οποία προσπαθεί να υποδουλώσει τον κόσμο ο αμερικανοσιωνισμός.

Αυτό άλλωστε φαίνεται και από το γεγονός ότι στις δυνάμεις που βρίσκουν την πολιτική τους έκφραση μέσα από τα κόμματα του αυτοαποκαλούμενου «δημοκρατικού τόξου», του απόλυτα υποταγμένου δηλαδή πολιτικού συνασπισμού στη βουλιμία του κεφαλαίου και των αγορών, όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της αριστεράς, συνιστούν κυρίαρχο δομικό στοιχείο. Ένα πολύτιμο άλλοθι δημοκρατικού πλουραλισμού του συστήματος, μηχανισμός ξεπλύματος και νομιμοποίησης των εγκλημάτων του νεοφιλελευθερισμού κατά της ανθρωπότητας (βλέπε μεταναστευτικό) και μηχανισμός ιδεολογικής χειραγώγησης της πολιτικής σκέψης των πολιτών, που αντιτίθενται στα νεοφιλελεύθερα σχέδια.

Η αριστερή ιδεολογία είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός εφεύρημα του σιωνισμού για την ανάσχεση της εθνικής αφύπνισης των λαών και την μετουσίωση της ενεργητικής διεκδίκησης των εθνικών τους δικαίων σε μια αδιέξοδη αναβράζουσα παθητικότητα στο όνομα ιδεολογημάτων. Το «όπιο του λαού» που μετατρέπει τους πολίτες σε «χρήσιμους ηλίθιους». Σε ανθρώπους που «μάχονται σκληρά» εναντίον της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά που τελικά διοχετεύουν όλη τους στη ενέργεια σε κατευθύνσεις που εξυπηρετούν τον «ταξικό τους εχθρό», τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό.

Άπαντες λοιπόν οι «εταίροι» του αντεθνικού, αλλά «δημοκρατικού» αυτού συνασπισμού, αποφεύγουν επιμελώς κάθε αναφορά περί έθνους χρησιμοποιώντας συστηματικά αντί της λέξης έθνος, τη λέξη πατρίδα. Κάποιοι δε που εντάσσουν στη ρητορική τους και τους όρους έθνος-εθνικό, το κάνουν ψευδεπίγραφα αναφερόμενοι σε αυτά με εντελώς διαστρεβλωτικό τρόπο.

Πρακτικά, κάθε κατά την άποψή τους υγιές ενδιαφέρον για τη χώρα το ονομάζουν πατριωτισμό, ενώ οτιδήποτε παραπέμπει στην έννοια του έθνους και δεν συνάδει με τις διεθνιστικές τους αντιλήψεις, το δαιμονοποιούν και το ταυτίζουν με το απόλυτο κακό.

Οι αλβανικές μεγαλοστομίες για παράδειγμα περί μεγάλης Αλβανίας, βαφτίζονται αλβανικός εθνικισμός και όχι αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων παρεμβάσεων στη βαλκανική στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Το ίδιο και η επιθετικότητα των Τούρκων στο Αιγαίο, χαρακτηρίζεται εθνικισμός και όχι νεοθωμανισμός, υποδαυλισμένος από αυτούς που προωθούν την παγκοσμιοποίηση.

Την ίδια στιγμή που «ιερή οργή» τους καταλαμβάνει, όταν κάποιος αμφισβητήσει την αγάπη τους για την πατρίδα την οποία υποτίθεται ότι …. αγαπούν και είναι πρόθυμοι να την υπερασπιστούν.

Όμως η εξωφρενική αυτή αντίληψη περί πατριωτισμού, σαν κάτι που αντιμάχεται τον «κακό» εθνικισμό, είναι μια ακόμη πονηρή επινόηση των κομμάτων του «δημοκρατικού τόξου» για να αποδομήσουν το εθνικό κράτος. Αποκρύπτοντας επιμελώς από το λαό, ότι τα διεθνιστικά σχέδια με τα οποία συντάσσονται, ούτε και τη στρεβλή αυτή έννοια της πατρίδας αποδέχονται. Ενώ παράλληλα το σύνολο της  «ανώνυμης μαχόμενης πλεμπάγιας», που πλαισιώνει το «δημοκρατικό τόξο», απορρίπτει μετά βδελυγμίας, αυτές τις θεωρίες περί πατρίδας.

Αποκαλυπτικό της πραγματικής αντίληψης που επικρατεί στους κύκλους αυτής της «χρήσιμης πλέμπας», είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό σύνθημα, γραμμένο εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια στον τοίχο του δημοτικού γυμναστηρίου της Νέας Ιωνίας Αττικής, εκτεθειμένο στα μάτια των περαστικών, αλλά και των παιδιών του 2ου Γυμνασίου του δήμου, το οποίο χωρίζεται με μεσοτοιχία από αυτό. Το σύνθημα λέει χαρακτηριστικά:

«Ή οι φασίστες ή εμείς δε γαμ – – – αι και η πατρίς»

Πέραν της χυδαιότητας, γνωστού χαρακτηριστικού του συγκεκριμένου χώρου που δεν προξενεί καμιά εντύπωση, το σύνθημα καταρρίπτει τους ιδεολογικούς κομπογιαννιτισμούς της κοινοβουλευτικής αριστεράς και συνολικά του «δημοκρατικού τόξου» περί πατρίδος, ομολογώντας ακούσια μεν, αυθόρμητα δε, ότι:

Αυτοί οι ακραιφνείς «αντίφα» δημοκράτες, που καλούν τους πάντες να τσακίσουν τους «φασίστες», αποτελώντας ουσιαστικά το μακρύ παρακρατικό χέρι όλων των αντιφασιστικών ελίτ της χώρας μας, εμμέσως πλην σαφώς αποκαλύπτουν δια του συνθήματος, ότι ελίτ και πλέμπα από κοινού, μισούν την πατρίδα εξ’ ίσου και ότι στη συνείδησή τους είναι απόλυτα κατανοητό ότι ο εθνικισμός (δηλαδή οι «φασίστες») και η πατρίδα (δηλαδή ο οίκος του έθνους) είναι πράγματα ταυτόσημα.

Κάτι ανάλογο δηλαδή με αυτό που συμβαίνει όταν τουρκικά αθλητικά σωματεία αγωνίζονται εναντίον ελληνικών επί μικρασιατικού εδάφους και οι Τούρκοι για να ενοχλήσουν τους Έλληνες, ξεδιπλώνουν στις κερκίδες τεράστια πανό που απεικονίζουν τον Μωάμεθ τον «πορθητή» να κατακτά στην Πόλη. Με αυτό τον τρόπο όμως, άθελά τους φυσικά, ενώ πετυχαίνουν να εξοργίσουν τους Έλληνες, ομολογούν-αναγνωρίζουν μια αλήθεια που την ξέρει όλος ο κόσμος, αλλά οι Τούρκοι αρνούνται μανιωδώς, ότι δηλαδή η Πόλη είναι ελληνική.

Οι άνθρωποι λοιπόν αυτοί (οι αντίφα-αριστεροί) και όλες οι αντιφασιστικές ελίτ που βρίσκονται πίσω από αυτούς και με τον έναν ή το άλλον τρόπο τους στηρίζουν, μισούν θανάσιμα και το ελληνικό έθνος και τον «οίκο» αυτού του έθνους, δηλαδή την ελληνική πατρίδα. Για αυτό και όταν καλούν τους πολίτες να τσακίσουν τους «φασίστες», αποκαλύπτουν ακούσια με συνθήματα σαν αυτό της Νέας Ιωνίας το κρυμμένο μίσος τους για κάθε τι ελληνικό. Κατά τα άλλα διατείνονται ότι αγαπούν την Ελλάδα, μη επιτρέποντας σε κανέναν να θεωρεί τον εαυτό του πιο πατριώτη από εκείνους.

Φυσικά  εν προκειμένω, προκαλεί εντύπωση το γεγονός, το ότι επί τόσα χρόνια σε ένα δημόσιο κτήριο που βρίσκεται σε ένα κεντρικό και πολυσύχναστο σημείο της πόλης, υπάρχει ένα σύνθημα που προτρέπει άμεσα και με υβριστικό τρόπο τους πολίτες  εναντίον της πατρίδος και κανένας αρμόδιος του δήμου δεν φροντίζει να σβηστεί.

Μήπως δεν το έχουν δει; Μήπως είναι ανίκανοι; Μήπως αδιάφοροι; Μήπως φοβούνται να το κάνουν ή μήπως τελικά συμφωνούν με το σύνθημα; Δεν είναι εύλογο, άραγε, να σκεφτεί κάποιος ότι δεν πρόκειται για αδιαφορία, αλλά για εθελοτυφλία;

Βέβαια, όταν στο πρόσφατο παρελθόν, έχει προϋπάρξει η περίφημη κασέτα, στην οποία φέρεται ο πρωθυπουργός της χώρας με χυδαιότητα ανάλογη του παραπάνω συνθήματος, να διατάσσει την δίωξη πολιτικών του αντιπάλων, επειδή είναι «φασίστες», η «αδιαφορία» του δήμου είναι πταίσμα.

Όταν έχουν δολοφονηθεί άνθρωποι στη μέση του δρόμου με μαφιόζικο τρόπο και κανένας, μα ούτε ένας, από όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου δεν καταδίκασε το έγκλημα, επειδή οι δολοφονηθέντες ήταν «φασίστες», τότε πραγματικά η «αδιαφορία» του δήμου είναι πταίσμα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι αδύνατον ομάδες αναρχικών να ενεργούν με τον συντεταγμένο και μεθοδικό τρόπο που βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνει, αν δεν υπάρχει κεντρική διοίκηση, οικονομική στήριξη και τηλεοπτική «νομιμοποίηση» της δράσης τους.

Μιας «νομιμοποίησης» που προκύπτει μέσω μιας υποτιθέμενης τηλεοπτικής κριτικής, η οποία σε καμιά περίπτωση όμως δεν καταδικάζει με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τις ενέργειές τους, προσδίδοντας μάλλον στις πράξεις τους ένα χαρακτήρα χαριτωμένου και κοινωνικά αποδεκτού πολιτικού ακτιβισμού.

Έναν πολιτικό ακτιβισμό, που δεν αποπνέει τίποτε άλλο από μια ιδεολογία «αναβράζουσας παθητικότητας», εργαλείο και αυτής του συστήματος, που θέλει να εκτονώσει τον θυμό των πολιτών για τα δεινά που υφίστανται. Του συστήματος δηλαδή που βάζει κάποιες ομάδες να κάνουν μερικές ζημιές on camera για να ικανοποιήσουν το λαϊκό αίσθημα που ζητά την τιμωρία των υπευθύνων για την κατάντια της Ελλάδος.

Κλασικό παράδειγμα τα καλόπαιδα του «Ρουβίκωνα» που «προστατεύουν» δυναμικά τους πολίτες από τις κρατικές αυθαιρεσίες.

Αυτούς τους τύπους που παρελαύνουν ένοπλοι μπροστά στις κάμερες, ανενόχλητοι και παρεμβαίνουν …. δυναμικά διώχνοντας δήθεν τον συμβολαιογράφο που πάει να κάνει τους πλειστηριασμούς των πρώτων κατοικιών, οι οποίοι πλειστηριασμοί όμως στο τέλος γίνονται με άλλο τρόπο ή στο διπλανό γραφείο.

Αυτά τα «άτακτα» και «ατίθασα» παιδιά, που όλο τους δείχνει η τηλεόραση να τα σπάνε αγωνιζόμενα για το καλό των αδυνάτων και κατά του συστήματος, αλλά που οι αδύνατοι τελικά πάντοτε χάνουν και το σύστημα πάντοτε νικάει.

Η τελική αναποτελεσματικότητα αυτής της «αναβράζουσας παθητικότητας» σε συνδυασμό με την πάντοτε ατελέσφορη «αντιστασιακή» δράση του ΠΑΜΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, με μπροστάρη τον επικεφαλής του αγροτικού κόσμου, «στρατάρχη» Μπούτα και σε συνδυασμό με την επιτηδευμένα στρεβλή προβολή των εθνικιστικών ιδεών και την «πλουραλιστική δημοκρατική ενημέρωση» που εξασφαλίζει στην πλειοψηφία του το δημοσιογραφικό σκυλολόι,  βυθίζει το λαό όλο και πιο βαθιά σε ιδεολογικό τέλμα και πολιτική απελπισία και αδιέξοδο.

Οι αντιφασιστικές ελίτ και η ιδεολογία της αναβράζουσας παθητικότητας είναι τα δυνατά χαρτιά του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού για την επιβολή της παγκοσμιοποίησης.

Όμως ό,τι και να κάνουν οι Έλληνες Εθνικιστές του Λαϊκού Συνδέσμου είναι εδώ και θα παραμείνουν εδώ.

Εμείς γνωρίζουμε ποιοι είναι και πόσο «βρώμικοι» και δηλητηριώδεις είναι.

Αυτοί δεν γνωρίζουν, ούτε καν μπορούν να υποψιαστούν τον μιθριδατισμό μας και το πόση αντοχή, υπομονή και ανοσία διαθέτουμε!

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/oi-antifasistikes-elit-kai-h-ideologia-ths-anabrazousas-pathhtikothtas#ixzz54wa1ku6i