22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940: «ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΜΑΚΡΙΑ, ΠΡΟΒΑΛΕΙ Η ΚΟΡΥΤΣΑ…!»

ellines-korytsaY__article

«Μόνον όταν δείχνη κανείς απόφασιν και θέλησιν μέχρι τέλους να ταφή κάτω από τα ερείπια για να νικήση, ημπορεί να νικήση.» Ι. Μεταξάς

Ο πόλεμος μαίνεται στα βουνά της Ηπείρου. Η επιθετική ενέργεια των Ιταλών επεκτείνεται σε όλη τη γραμμή των συνόρων μας προς την Αλβανία. Οι Ιταλοί παρατάσσουν 21 μεραρχίες εκ των οποίων η μια τεθωρακισμένη. Έναντι αυτών οι Έλληνες δεν αντέταξαν παρά 11. Την υλική διαφορά υπερκάλυπτε όμως η ηθική ανωτερότητα του στρατού μας. Είναι δόγμα στην στρατηγική ότι ο ψυχολογικός παράγοντας έναντι του υλικού είναι τρία προς ένα σύμφωνα με τη ρήση του Ναπολέοντα.

Ο ελληνικός στρατός υπερείχε του ιταλικού για πολλούς λόγους, τους οποίους με απλότητα ανέφερε μια φορά ο Μεταξάς: «ο ελληνικός στρατός είναι ποιοτικώς ανώτερος του ιταλικού, διότι έχει το πνεύμα της θυσίας, διότι έχει ιδανικά, το κίνητρο πάσης μεγάλης πράξεως και παντός ηρωισμού, διότι ο αγών του έχει σκοπό, να εκδιώξει τον εισβολέα και διότι, τέλος, έχει σωματική αντοχή. Αλλά ακόμη, διότι αισθάνεται όπισθεν του το Έθνος ολόκληρο, συμπαγές, ηνωμένον και αφοσιωμένο, πελώρια δηλαδή δύναμιν έτοιμη δια τα πάντα, δια πάσα θυσία. Γι’ αυτό ήμουν εκ των προτέρων βέβαιος για την Νίκη.».

Ο Μεταξάς γνώριζε πολύ καλά ότι θα καλούμασταν για την θυσία προς την Πατρίδα. Ήδη από τον τορπιλισμό της «Έλλης» είχε διατάξει τα πολεμικά που συνόδευαν τα πλοία που μετέφεραν τους προσκυνητές από την Τήνο εάν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε αλλιώς, να κάνουν χρήση των όπλων τους. Δηλαδή πόλεμος !

Από τις πρώτες μέρες η έκβαση του πολέμου είχε κριθεί. Ο ενθουσιασμός του Λαού μας ήταν πρωτοφανής: « Και με τον ενθουσιασμόν ευρήκαμε όλοι οι Έλληνες τον εαυτόν μας και εκάναμε έργα μεγάλα.».

Μέχρι τις 11 Νοεμβρίου οι Ιταλοί υποχωρούν σε όλο το μέτωπο. Είναι η μέρα που ο Μεταξάς εκφωνεί τον πιο περιεκτικό και εμψυχωτικό λόγο του προς τους εκπαιδευτικούς και τους διανοούμενους. Η δικαίωση του ίδιου και του έργου του.

Στις 14 Νοεμβρίου καταφθάνουν στην Αθήνα οι πρώτοι Ιταλοί αιχμάλωτοι.

Στις 15 ο Τσιάνο ομολογεί στο ημερολόγιό του: «τα νέα από την Αλβανία γίνονται σοβαρότερα. Επί πλέον μας λείπουν κανόνια, ενώ το ελληνικόν πυροβολικόν είναι μοντέρνο και διοικείται καλώς». Παράλληλα σχολιάζει δηκτικά την παραίτηση του Ντε Βέκκι, του τορπιλιστή της «Έλλης», και τον παρομοιάζει με αρουραίο που εγκαταλείπει το καράβι που βυθίζεται. Δίκαιη αναγνώριση !

Μετά όμως από τρεις μέρες εγκαταλείπει τα προσχήματα και ομολογεί: « Αι ήτται διαδέχονται τας ήττας εις το αλβανικόν μέτωπον. Φοβούμαι ότι θα χρειασθή να υποχωρήσωμεν βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου». Σκληρή ομολογία για τον ζηλωτή του κατά της Ελλάδος πολέμου, πολέμου τον οποίο οι σύμμαχοί του Γερμανοί αποκαλούσαν «πόλεμο του Τσιάνο».

Παρόλο αυτά ο Μουσολίνι στο λόγο του στις 18 Νοεμβρίου υπόσχεται ακόμα ότι θα τσακίσει τα πλευρά της Ελλάδας, λόγος ο οποίος φέρνει αγανάκτηση στους Έλληνες και πολλοί είναι αυτοί που ζητούν από τον Μεταξά να απαντήσει αμέσως, να τον βάλει στην θέση του. Ο Μεταξάς απαντά ατάραχος: «Όχι, δεν είναι ακόμη καιρός. Θα απαντήσω όταν, συν Θεώ, πάρωμε την Κορυτσάν».

Την προηγούμενη της κατάληψης της Κορυτσάς ο στρατός μας είχε κατορθώσει να πάρει το ύψωμα της Μοράβας. Από την θέση αυτή έλεγχε την αρτηρία Ερσέκας – Κορυτσάς. Μπροστά ανοίγονταν το οροπέδιο της Κορυτσάς. Η κατάληψη του υψώματος που έκρινε την τύχη της Κορυτσάς επετεύχθη μετά από δυνατή προσπάθεια των στρατιωτών μας παρόλο της δυσχέρειας του δύσβατου εδάφους που οι Ιταλοί είχαν προ ενός έτους οχυρώσει και την απόκρουση πολυάριθμου εχθρού. Οι Ιταλοί μπροστά στον κίνδυνο να υπερφαλαγγισθούν και να αποκοπεί η δίοδος υποχώρησής τους, εκκένωσαν εσπευσμένα την πόλη. Οι Έλληνες έχουν ακόμα ένα εμπόδιο για να φτάσουν στην πόλη. τον ποταμό Δέβολη. Η γέφυρα είναι παγιδευμένη. Ένας λοχίας με καλαμάκι στο στόμα, κολυμπά και κόβει το φυτίλι που θα την ανατίναζε. Οι Ιταλοί μη μπορώντας να κρατήσουν το γεφύρι τρέπονται σε φυγή. Ο στρατός μας προωθείται γρήγορα σε νέες θέσεις.

Ενώ χαράζει η 22α Νοεμβρίου η Κορυτσά διακρίνεται καθαρά. Όλα τα πέριξ υψώματα καταλαμβάνονται. Το απόσπασμα Μπεγέτη προωθείται. Στις 1 παρά τέταρτο το μεσημέρι μονάδες του στρατού μας εισέρχονται στην Κορυτσά. Με την κατάληψη της Κορυτσάς ολοκληρώθηκε ο αγώνας 9 ημερών. Αγώνας σκληρός τόσο για τα στρατεύματα όσο και για την αεροπορία μας. Η κατάληψη της Κορυτσάς είχε διεθνή αντίκτυπο. Το γόητρο της Ιταλίας πληγώθηκε ανεπανόρθωτα.

O Π. Παλαιολόγος, απεσταλμένος του «Eλεύθερου Bήματος» στο μέτωπο απέστειλε στην εφημερίδα την παρακάτω ενθουσιώδη ανταπόκριση: «METΩΠON HΠEIPOY, 22 Νοεμβρίου (του απεσταλμένου μας). H Ήπειρος ολόκληρος εις μίαν ψυχήν πανηγυρίζει ενθουσιωδώς την κατάληψιν της Kορυτσάς. OMητροπολίτης Iωαννίνων Σπυρίδων, εθναπόστολος, περιερχόμενος το μέτωπον, με ησπάσθη ψιθυρίζων: «Ωμίλησεν ο Θεός. Oύτοι εν άρμασιν, ούτοι εν ίπποις, ημείς εν ονόματι Θεού». Οι στρατιώται αγκαλιάζουν αλλήλους. Mε ψυχήν πλημμυρισμένην από συγκίνησιν και υπερηφάνειαν, συγκεντρώνω από τραυματίας αξιωματικούς στοιχεία από τας προχθεσινάς και χθεσινάς μάχας εις το μέτωπον της Hπείρου. Xρειάζεται νέος Όμηρος διά την περιγραφήν της σημερινής εποποιΐας. Zώμεν εις μίαν ατμόσφαιραν μέθης και παραληρήματος». 

Από το ματωμένο Ημερολόγιο του Αχιλλέα Γκούμα: (…) «Τέλος, την 22αν Νοεμβρίου του 1940 διατασσόμεθα να εισέλθωμεν εις Κορυτσάν. Η ημέρα αυτή είναι η ημέρα της απελευθερώσεως της ελληνικωτάτης Κορυτσάς. Με επί κεφαλής τον πάντοτε δρώντα εν τω αγώνι ταγματάρχην μας Παλαιοδημόπουλον εξεκινήσαμεν από ύψος Μοράβα 1.800 μέτρα, περί ώραν 1ην – 2αν μεσημβρινήν με αντικειμενικόν σκοπόν την είσοδον εις την Κορυτσάν.»(…) «Εισερχόμεθα εις τα πρώτα σπίτια της Κορυτσάς. Οι ορισθέντες πολίται διά την υποδοχήν μόλις μας αντίκρυσαν ήρχισαν να μας διανέμουν δώρα. Τουτέστιν, τσιγάρα, γλυκά, φρούτα και τόσα άλλα. Μετά προχωρούμε διά το κέντρο της. Από την μία άκρη της πόλεως, έως την άλλην είχαν παραταχθή αι χιλιάδες των κατοίκων της διά να μας υποδεχθούν. Το τι συνέβη κατά την νύκτα εκείνη δεν περιγράφεται. Το ‘καλώς ήλθατε’ και το ‘ζήτω’ ηκούετο από χιλιάδες στόματα. Συγκινητικότατη υπήρξεν η υποδοχή μας. Από την μεγάλη τους χαρά πολλοί εκ των κατοίκων της έκλαιον. Απ’ όπου κι αν περνούσα άφθονα τσιγάρα μας εδίδοντο εκ των πολιτών. Εγώ δε τους έλεγα: «Έλληνες είστε; Έλληνες;» «Ναι, ναι Έλληνες», με έλεγαν.»(…)

Ο Αχιλλέας Γκούμας ήταν ένας από τις πολλές χιλιάδες Ελλήνων που προμάχησαν για το μεγαλείο και τη δόξα της Ελλάδας και τη ντροπή και τον εξευτελισμό των εισβολέων. Είχε όμως την ένδοξη μοίρα να βρει το θάνατο λίγες μέρες πριν τελειώσει ο πόλεμος. Εκεί στο Μνήμα της Γριάς, σε υψόμετρο 2.120 μ., που ήταν το πιο προχωρημένο φυλάκιο του μετώπου, τραυματίστηκε θανάσιμα από βόμβα ιταλικού αεροπλάνου, και σε λίγο υπέκυψε.