«ΛΑΟΣ ΧΩΡΙΣ ΝΕΟΤΗΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΛΑΟΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΘΑΝΑΤΟ»

«Λαός χωρίς νεότητα, είναι λαός καταδικασμένος σε θάνατο»

«Η γυναίκα, το κορίτσι, πρέπει να αισθανθεί βαθιά και γνήσια, εκατό τοις εκατό, την γυναικεία της φύση, έτσι όπως ο άνδρας χρειάζεται να είναι σήμερα εκατό τοις εκατό άνδρας, με όλες τις ανδρικές αρετές και όλες τις ανδρικές ιδιότητες. Πρέπει να ξυπνήσει μέσα της η θέληση για οικογένεια, γιατί αυτή είναι η Ιερή Πηγή της Εθνικής Αναγέννησης. Πρέπει να νιώσει βαθιά, ότι σ’ αυτή είναι τοποθετημένα τα πιο σπουδαία βιολογικά προβλήματα του Έθνους.

Ήτανε μια τρομερή εγκληματική πράξη εναντίον της εθνικής ζωής, η ψεύτικη φιλανθρωπία των λιμπεραλιστών με την βλακώδη φράση προς την γυναίκα: «Μα τι, θα γίνεις μηχανή παιδοποιίας;» Δηλαδή, οι προστάτες της λιμπεραλιστές και κομμουνιστές της έχυναν το φαρμάκι μέσα στην ψυχή και την προέτρεπαν να ξεχάσει το μεγάλο της και γιγάντιο προορισμό. Είχανε ξεχάσει μέσα στην πνευματική και ψυχική θολούρα του τελευταίου αιώνα, πως η «γυναίκα – μητέρα» πρέπει να τεθεί πάνω από την «γυναίκα – ηδονή» και πάνω από όλα γενικά. Αυτοί, όμως, οι αληθινοί προδότες του Έθνους, ήξεραν πως παραχώνοντας την βιολογική πηγή του λαού μας, εμπόδιζαν την εξέλιξη και την αναγέννηση. Γιατί λαός χωρίς νεότητα, είναι λαός καταδικασμένος σε θάνατο.

Σε μια περασμένη, ανόητη και καταστρεπτική εποχή, σε γελάσανε μερικοί ψεύτες και χαμένοι. Σου είπανε: «Ζεις σκλάβα, γυναίκα, είσαι μόνο μια μηχανή για παιδιά, που χρειάζεται η αστική κοινωνία για να βάζει τροφή στα κανόνια, σου έχουν αφαιρέσει όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου, πρέπει να σηκωθείς και να τα ξαναπάρεις». Για εσένα η οικογένεια είναι σκλαβιά και το σπίτι φυλακή. Και εσύ πίστεψες και αναστατώθηκες. Σήκωσες μια σημαία με τα ψεύτικα σήματα, που λέγονταν φεμινισμός και γυναικείος ανθρωπισμός. Όλες οι γυναίκες του κόσμου είχανε πλανηθεί σ’ αυτό το ανόητο κήρυγμα, δεν ήσουνα μοναχή σου. Και βγήκανε όλες, μικρές και μεγάλες, και φώναζαν στους δρόμους, ζητώντας «δικαιώματα».

Όμως, πρέπει να ξέρεις, νέο κορίτσι, πως η γυναίκα με τον τρόπο αυτό αντί να σηκωθεί, όπως της υποσχέθηκαν, έπεσε βαθιά, πολύ βαθιά».

Απόσπασμα από άρθρο της Σίτσας Καραϊσκάκη το 1938,

στο περιοδικό της Ε.Ο.Ν. «Η Νεολαία»

antepithesi.gr