ΤΙΜΗ ΜΟΥ !

Γράφει ο Οδυσσεύς Πατεράκης

Χειμώνας ήτανε του ’80, όταν σε πρωταντάμωσα. Δεκαεξάχρονος έφηβος, με τα μυαλά στην απροσάρμοστην οδό, όσων βιώνουν από μικροί το «μαρτύριο της σκέψης». Ρόδα δεν είναι στρωμένος ο δρόμος της γνώσης, κι’ αγκάθια πολλά σε πληγώνουν πριν φτάσεις στα ρόδα. Κι’ αν θα τα φτάσεις ποτέ. Χαϊδεύεις, μυρίζεις και χάνονται. Και μόνο τα σημάδια κι’ ο πόνος απ’ τις πληγές μένουν στο τέλος. Το ξέρεις, μα συνεχίζεις αδιάκοπα. Δε σταματάς. Κι’ αφήνεις, σκυφτούς κι’ απορημένους ν’ αναρρωτιούνται τους άλλους για την πορεία που τράβηξες. «Δύσκολες ώρες», θ’ αναφωνήσουν και τώρα ανυποψίαστοι. Δεν φταίν’ εκείνοι. Είν’ άλλη της δυσκολίας η διαβάθμιση, μα δεν το κατέχουν. Μέσα στις συμπληγάδες του νου, δεν το γνωρίζουν πως είναι άλλη η «φυλακή». Πως είν’ ο φράχτης της σκέψης ο ατελείωτος, απ’ όπου διαρκώς δραπετεύεις. Εκείνο το αδυσώπητο σύνορο που του μυαλού «οριοθετεί» τα πεδία, εκείνο το σύρμα το ηλεκτροφόρο που σπας διαρκώς κι’ εκτινάσσεσαι πληγιασμένος στ’ απέραντα χέρσα χωράφια του ανεξερεύνητου. ΛΕΥΤΕΡΙΑ φωνάζω, τη φωνή μου ενώνοντας με τους άλλους συντρόφους κι’ εγώ. Όμως το ξέρω πως είσαι ήδη ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ.
Τιμή μου που σε γνώρισα Αρχηγέ !