Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ «ΞΕΝΗΛΑΣΙΑΣ»

Η πρακτική της «ξενηλασίας» αποδίδεται στην νομοθεσία του Λυκούργου, από κοινού με την απαγόρευση των περιττών πολυτελειών. Υπήρξε ένας κατ’ εξοχήν δωρικός θεσμός, ο οποίος εντοπίζεται τόσο στην πολιτεία της αρχαίας Σπάρτης, όσο και στην κοινωνία της δωρικής Κρήτης. Ο όρος είναι σύνθετος και προέρχεται από την  σύνθεση της λέξης «ξένος» και του ρήματος «ελαύνω», το οποίο σημαίνει «οδηγώ, καθοδηγώ». Χαρακτηριστικός είναι και ο ορισμός που δίνει ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, λεξικογράφος του 6ουαιώνα μ.Χ., ως «το φαινόμενο της απαγόρευσης στους ξένους να ενσωματώνονται». Σημασιολογικά, λοιπόν, υποδηλώνει την απαγόρευση αφίξεων ή την εκδίωξη ξένων από ένα τόπο.

Κατά τον Ξενοφώντα, τα κίνητρα των Σπαρτιατών υπήρξαν ακόμη βαθύτερα, αποφαινόμενος ότι «άλλοτε έδιωχναν τους ξένους και απαγόρευαν στους πολίτες να φύγουν μακριά από την πατρίδα, από φόβο να μην δοκιμαστεί η αρετή τους από τις απρέπειες των ξένων». Η άποψη του αυτή βασιζόταν στην θεμελιώδη πεποίθηση των Σπαρτιατών πως θα κρατούσαν αναλλοίωτο τον δωρικό χαρακτήρα της πόλης, εάν κρατούσαν όλους τους ξένους μακριά από αυτήν. Έτσι, η απαγόρευση εγκαταστάσεως ξένων στην Λακεδαίμονα ή και Σπαρτιατών σε ξένη πόλη υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να διατηρήσει η πόλη τον παλαιό, αυστηρό της χαρακτήρα και να μην γίνονται οι πολίτες της μεστοί από ραδιουργίες.

Ακολούθως, ο Θουκυδίδης αποδίδει την πρακτική αυτή στην επιθυμία της Σπάρτης να διαφυλάξει τα κρατικά της μυστικά και την ασφάλεια της, αφού εφαρμόζοντας το συγκεκριμένο μέτρο είχαν διττό όφελος, καθώς μειωνόταν ο κίνδυνος αποκάλυψης, εκτός της σπαρτιατικής κοινωνίας, του πραγματικού αριθμού των Σπαρτιατών πολιτών.

Συμπληρωματικά, ο Πλάτων στον «Πρωταγόρα» δίνει μια περισσότερο παιδαγωγική ερμηνεία στο θεσμό της «ξενηλασίας», όπως τον εφάρμοζαν οι Λακεδαιμόνιοι. Συγκεκριμένα, προωθώντας την αντίληψη ότι «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν», διατείνεται ότι στην Σπάρτη και στην Κρήτη υπήρχε μια έντονη μαθησιακή διάθεση, υπηρετούμενη από εντόπιους φιλοσόφους, και επειδή οι Σπαρτιάτες δεν ήθελαν να μαθαίνουν οι ξένοι αυτά που διδάσκονταν, τους έδιωχναν, μη επιτρέποντας, παράλληλα, σε κανένα δικό τους νέο να επισκεφτεί ξένες πόλεις.

Πρόκειται για τον θεσμό που απαγόρευε την φιλοξενία ξένων εντός της πόλεως, χωρίς την ύπαρξη, προηγουμένως, σχετικής ειδικής άδειας από την σπαρτιατική πολιτεία. Έτσι, δεν επιτρεπόταν σε κανέναν ξένο να μετοικίσει ή να διαμείνει στην πόλη αρκετό καιρό, ώστε να συλλέξει πληροφορίες για την κατάσταση και την στρατιωτική της ισχύ. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος όφειλε να αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Ουσιαστικά, λοιπόν, ο συγκεκριμένος θεσμός αναφερόταν στην απέλαση των ξένων, κυρίως για λόγους κρατικής ασφάλειας, όπως ήταν η αποτροπή κατασκοπείας και δολιοφθοράς ή ο εντοπισμός στρατηγικών σημείων και καταμέτρησης της δύναμη κρούσης που διέθετε η Σπάρτη. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης των σχετικά ολιγάριθμων Σπαρτιατών, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μη καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματος του, δηλαδή του στρατού του. Για πολλούς αιώνες, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης, που λεγόταν Σπάρτη. Η πόλη ήταν ένας απέραντος στρατώνας, όπου διδασκόταν η στρατιωτική τέχνη, την τεχνική της οποίας δεν έπρεπε να μάθουν οι ξένοι. Όπως σήμερα κάθε χώρα οφείλει να διαφυλάσσει τα στρατιωτικά της μυστικά, όμοια και οι Σπαρτιάτες διαφύλασσαν τα δικά τους μυστικά, στα οποία όφειλαν τις στρατιωτικές τους επιτυχίες. Εκτός αυτού, με την πάροδο του χρόνου το σπαρτιατικό πολίτευμα γινόταν περισσότερο αυστηρό και για αυτό η παραμονή ξένων στην Σπάρτη εγκυμονούσε τον κίνδυνο της αλλοιώσεως των πολιτικών και κοινωνικών ηθών. Εξάλλου, όπως λέγεται, οι Σπαρτιάτες δεν επιθυμούσαν να μεταδοθεί εντός της πόλεως τους ο «ελευθέριος τρόπος ζωής» των υπόλοιπων Ελλήνων.

Ειδικότερα, η εφαρμογή του συγκεκριμένου θεσμού ήταν στην δικαιοδοσία των Εφόρων, οι οποίοι έδιναν την άδεια εγκαταστάσεως σε ξένους. Σε περίπτωση, όμως, που διαισθάνονταν ότι ο ξένος ήταν επικίνδυνος και γενικά ανεπιθύμητος, διέτασσαν την εντός ορισμένου χρόνου απέλαση του. Στο σημείο αυτό είναι  χαρακτηριστική η περίπτωση του ποιητή Αρχίλοχου, ο οποίος απελάθηκε για τους τολμηρά αντιηρωικούς του στίχους, καθώς σε ένα ποίημα του έγραψε πως «πέταξε την ασπίδα την ώρα της μάχης για να σωθεί και όσο για την ασπίδα, θα έβρισκε άλλη καλύτερη». Όσο και αν οι στίχοι αυτοί γράφτηκαν για αστεϊσμό, ήταν απαράδεκτοι για το ηρωικό πνεύμα που προσπαθούσε να εμφυσήσει η Σπάρτη στους νέους της.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιο ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους την νύχτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των «ομοίων» και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε την νύχτα, όπως άλλωστε νύχτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων, που ποτέ δεν έπρεπε να δουν «τσακισμένο» Σπαρτιάτη πολεμιστή.

Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες. Για την τήρηση της απαγόρευσης αυτής φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων, που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις. Είναι έκδηλο, λοιπόν, ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών. Αυτή ήταν η περίφημη «Κρυπτεία», κατά την οποία αν ο είλωτας έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών, συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός.

Ωστόσο, η παράδοση της «ξενίας», δηλαδή της φιλοξενίας, διατηρήθηκε και στην πολιτεία της Σπάρτης, όπως άλλωστε μαρτυρεί η λατρεία του «Ξενίου Διός» και της «Αθηνάς Ξενίας», οι οποίοι προστάτευαν τους ξένους. Οι αρχαίοι την θεωρούσαν ύψιστη αρετή και την είχαν θεοποιήσει, ενώ η κακή υποδοχή και η μη περιποίηση του ξένου αποτελούσε αμάρτημα, που προκαλούσε την οργή του «πατρός των θεών». Πολλοί είχαν στα σπίτια τους ιδιαίτερους ξενώνες για να προσφέρουν στους ξένους τους ζεστασιά και στέγη, ενώ την ώρα του αποχωρισμού συνήθιζαν να ανταλλάσσουν δώρα, τα «ξένια», τα οποία αποτελούσαν σύμβολα της φιλίας που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον οικοδεσπότη και τον ξένο.

Εξάλλου, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, πάμπολλοι επιφανείς ξένοι όπως οι Πεισιστρατίδες και ο Αλκιβιάδης, που δραπέτευσε από το πλοίο που τον μετέφερε στην Αθήνα για να δικαστεί, φιλοξενήθηκαν στην Σπάρτη, ενώ κορυφαίοι ποιητές και μουσικοί από διάφορες περιοχές όπως ο Αλκμάνας, ο Τέρπανδρος, ο Θαλήτας και ο Θέογνις, έζησαν ή πέρασαν από εκεί. Συμπερασματικά, λοιπόν, προκύπτει ότι πράγματι υπήρχαν και κάποιες εξαιρέσεις σε φίλους και συμμάχους, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα του φιλολάκωνα, ιστορικού Ξενοφώντα.

Χάρη, λοιπόν, στους θεσμούς της «Κρυπτείας» και της «Ξενηλασίας», η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες, όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή. Μέσα από ευφυέστατες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλό χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού, η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε θυελλώδεις καιρούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της.