ΠΕΡΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗΣ

Η αντίληψη της Μοίρας, ως αίτιο πάντων των γιγνομένων εντός του αισθητού κόσμου, υπήρξε κατά το παρελθόν (αλλά και το παρόν) μία αντίληψη, εκδηλωθείσα τόσο στο λαϊκό (κυρίως στο μυθολογικό) όσο και στο φιλοσοφικό πεδίο. Η δε έννοια της ειμαρμένης, απετέλεσε το κέντρο βάρους της διαλεκτικής διαμάχης μεταξύ δύο εκ των σημαντικότερων λογίων της υστεροβυζαντινής περιόδου, του φιλοσόφου του Μυστρά Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού και του επιφανούς θεολόγου Ματθαίου Καμαριώτη. 
Ο πρώτος, όντας συνεπής στη νεοπλατωνική παράδοση, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της ύπαρξης μιας αιώνιας αιτίας, που προκαθορίζει όλα τα τεκταινόμενα του ανθρώπινου βίου καθώς και την ίδια την συμπαντική δημιουργία, ούτως ώστε να επιτευχθεί η κοσμική τελειότητα (στο θεολογικό σύστημα του Πλήθωνος, η πρώτη αιτία της δημιουργίας είναι ο Δίας). Οποιαδήποτε άλλη θέση, κατά τον φιλόσοφο, φαίνεται αδύνατη, αφού η άρνηση της θεϊκής παρέμβασης και του προσχεδιασμού των συμβαινόντων, αμφισβητεί την τέλεια φύση του Θεού (στον Πλήθωνα »των Θεών») αφενός, και τη δύναμη της βούλησης του παρά τις επίμονες ανθρώπινες δεήσεις αφετέρου.
Σε αυτό το σημείο επεμβαίνει ο Καμαριώτης και εντοπίζει τη σύγχυση »μελλόντων» και »συμβαινόμενων» καθώς και το »σόφισμα της λήψεως του ζητουμένου» κατά το οποίο ο Πλήθων χρησιμοποιεί το επιδιωκόμενο συμπέρασμα ως τεκμήριο στις προκείμενες προτάσεις (στη φράση: »ήτοι άνευ του αιτίου γεγονός έσται, καί τι έσται των γιγνομένων τήν γένεσιν άνευ αιτίου εσχηκός ». Σύμφωνα με τον ίδιο, αίτιο δεν έχουν τα μέλλοντα, αλλά μόνο τα γιγνόμενα και ακόμη περισσότερο, το αίτιο πάντα συνοδεύεται από το αιτιατό. Από την ετυμολογική ανάλυση του όρου της ειμαρμένης, αποδεικνύεται πως δηλώνεται ποιότητα και όχι δρώσα αιτία, δηλαδή αιτία ύπαρξης. 
Καίρια είναι και η διαφωνία των δύο »μονομάχων» και ως προς την διαμόρφωση της Θείας Βούλησης. Ο Καμαριώτης υπεραμύνεται του ελεήμονος χριστιανικού Θεού, που έγκειται στην μεταβλητότητα της Θείας θέλησης στην περίπτωση της μετάνοιας του ανθρώπου (χωρίς να υπάρχει μεταβολή της Θείας Ουσίας). Εντούτοις, ο Πλήθων καταργεί την θεϊκή χρηστότητα και φιλανθρωπία. Οι θεοί του θεολογικού του συστήματος ιεραρχούνται μεταξύ τους και συνεπώς η τελειότητα δεν είναι προσόν όλων τους.
Έπειτα,η πληθωνική ειμαρμένη αντίκειται στην Θεία Πρόνοια που αντιπροσωπεύει ο αντίλογος. Η αγαθότητα των θεών εκδηλώνεται μόνο »διά την ειμαρμένην, … καθ’ εαυτούς δ’ ουκ αγαθοί». Η πηγή της φυσικής αναγκαιότητας και νομοτέλειας είναι ο εξέχων των θεών, ο Δίας αφού η ουσία του διαποτίζει όλη την κτίση και ταυτίζεται με την εσωτερική του αιτιοκρατία. Ο δε Καμαριώτης εξετάζοντας τη σχέση Δία και ανάγκης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αν ο Δίας είναι δούλος της ανάγκης δεν είναι θεός.
Εν συνεχεία, ο Πλήθων ορίζει πως οτιδήποτε ακαθόριστο δεν μπορεί να νοηθεί ολοκληρωτικά. Η λαθεμένη κατά τον Καμαριώτη ταύτιση του »ωρίσθαι» με το »γιγνώσκειν» που πράττει ο αντίπαλος του δεν στέκει λογικά, αφού ο Θεός γνωρίζει μεν τα πάντα αλλά δεν ορίζει τα πάντα. Το ασύλληπτο της Θείας Βούλησης αντιπαρατίθεται για ακόμη μια φορά εκ μέρους την Θεολογίας έναντι της περιορισμένης γνωσιολογικά φιλοσοφίας. 
Τέλος, η μεγαλύτερη ρήξη παρουσιάζεται στην θέση του ανθρώπου απέναντι στην ειμαρμένη. Ο φιλόσοφος θεωρεί πως όλα τα συμβάντα, δίκαια και μη, ηθικά και ανήθικα, υπηρετούν το σκοπό της οικουμενικής αρμονίας, και η ανθρώπινη αντίσταση στην » Μοίρα του» δεν τον οδηγεί πουθενά παρά μόνο στην εκπλήρωση των βουλών της. Ο θεολόγος τάσσεται υπέρ του αυτεξούσιου και προαιρετικού του ανθρώπου, χωρίς να πρεσβεύει παράλληλα μια άναρχη ελευθερία, αλλά την εκούσια δράση του ανθρώπου υπό την πατρική επίβλεψη του Θεού. Πράγματι, η πληθωνική ειμαρμένη, κατά την παραπάνω παράμετρο της, περιορίζει αισθητά τον ανθρώπινο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής του στάσης. Δίνεται έτσι, τρόπον τινά, άφεση σε κάθε ανοσιούργημα του νου, εφόσον ακόμη και μια κατακριτέα ηθικά πράξη υπηρετεί το ανώτερο συμπαντικό τέλος (=σκοπό). Μια τέτοια σκέψη, ως συνέπεια του λόγου του, φιλοσόφου δεν ταιριάζει ασφαλώς στην κατά τα άλλα ωφέλιμη φιλοσοφική του δράση.
Συνεπώς, το φιλοσοφικό κατασκεύασμα της ειμαρμένης, που συναποτελεί τη φιλοσοφική-θεολογική δομή της πληθωνικής ιδανικής πολιτείας (που παρουσιάζεται στο κύριο έργο του »Νόμων Συγγραφή»), που απηχεί σε νεοπλατωνικές θεοσοφικές αντιλήψεις, αφήνει κενά που συστηματικώς αποδομεί η αντίπαλη θεολογική κριτική.

ΚΙΜΩΝ