KΑΤΩ Η ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΨΗΦΩΝ, ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ, ΤΩΝ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

Αυτή είναι η Τωρινή Ελλάς. Καταχρεωκοπημένη Πνευματικώς από την πρώτην της ημέραν. Καταχρεωκοπημένη πραγματικώς. Με Κράτος γνήσιον, ληστρικότατον, Τουλήν. Στρυφογυρίζουσα αδιεξόδως εις τα ίδια καμώματα και τα ίδια ψεύματα των πρώτων ημερών της Ελευθερίας της, τα οποία εβαρύνθησαν και οι πέτρες. Αδυνατούσα να σταθή εις τα πόδια της. Αδυνατούσα να δημιουργήση το παραμικρόν Εθνικόν. Ναρκώνουσα και καταπνίγουσα την Τιτάνειον δύναμιν του Ελληνικού Ατόμου. Καταδολοφονούσα και καταατιμάζουσα καθ’ όλα τα σημεία του Ελληνισμού, επί ένα ήδη αιώνα, με τους Προξένους της. Καταληστεύουσα αυτόν, δένουσα τα χέρια του και κρατούσα σφικτά αυτόν, εις τα πανταχόθεν ραπίσματα χάριν της, ενώ αυτή στουπί εις το Βουλευτικόν της μεθύσι, κυλιέται εις το Παραδείσειον περιβόλι της, κατατρωγομένη από την εσωτάτην της λέπραν, την Αμάθειαν, την Ανηθικότητα και τον χυδαιότατον Εγωισμόν, θεόστραβη προ του Έργου το οποίον ανέλαβε να εκτελέση. Αναίσθητος προ των κακών και των χαμών, που προξενεί εις την Φυλήν και εις εαυτήν, με πρόσωπον φουσκολωβιασμένον και εγκέφαλον παράλυτον, ολόκληρον καρκίνον, μεταδίδοντα σπασμωδικάς τρελλάς κινήσεις εις το Σώμα του Ελληνισμού.
 
Αυτή είναι η Τωρινή Ελλάς. Η Ελλάς των Κλεφτών-ηρώων. Των Κλεφτών Κουτσούρων. Και η Ελλάς των παιδιών αυτών. Αντί υψηλών Αριστοκρατών φορτωμένων με την Πατρικήν Δόξαν του Πυρός και την ιδίαν Δόξαν Πνεύματος και Ευγενείας – Τραμπουκογαλάντιδων και τέλος των απογόνων αυτών και των διαδόχων των Συστημάτων των, Κλεφτών του 97, Κλεφτών Εκφυλισμένων, Κλεφτών Ανηθίκων, Κλεφτών Γραμματοστραβών και Γραμματολεπρών, Κλεφτών ΜΠΟΥΦΩΝ και, τρισχειρότερον και συνολικότερον όλων, η ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ.
 
Αυτή, αμυδρώς, είναι η Τωρινή Σας Ελλάς. Και θα ήτο ανεξήγητον θαύμα, πώς είναι δυνατόν να υπάρχη το τερατώδες αυτό κατασκεύασμα, εάν δεν το εστήριζεν η Ιερά Συμμαχία των Μεγάλων Κροκοδείλων, η υποκύψασα εις την ηθικήν πίεσιν των Λαών και αναγκασθείσα να κυρώση την Ελευθερίαν και δημιουργήση Έθνος Ανεξάρτητον – φαινομενικώς, αλλά δέσασα τους πάντας και τα πάντα χειροπόδαρα ανέκαθεν, αλλ’ εξωθούσα. Αυτό εις όλους τους κρημνούς και τους ατιμασμούς – εάν δεν είχε συμφέρον μέγιστον να το διατηρή, όπως ήτο τον αιώνα αυτόν, όπως είναι τώρα και χειρότερον ακόμη, δια να κατακομματιάζη και διαρπάζη Αυτή την Ελληνισμόν ανέτως, δημιουργούσα και εξωθούσα Αλβανούς και Βουλγάρους, λαούς βλάκας, λυσσώντας καθ’ ημών, των φυσικών των Ευεργετών και Προστατών, φουσκώνοντας σαν Ινδιάνους, και σαν Ινδιάνους βλάκας, αδυνατούντας να εννοήσουν ότι παχύνται μάταια τρώγοντες ημάς, δια να χρησιμεύουν μίαν ημέραν δια την Πασχαλινήν Βότκα του Μουζίκου και τα Χριστούγεννα του Φράγκου. Και ακόμη θα ήτο θαύμα, πώς υφίσταται τοιούτον κατασκεύασμα, εάν δεν το εκράτει, κυριώτερον αόμη, η κολοσσαία Δύναμις του Ελληνισμού. Η πραγματική αυτή Δύναμις και το Γόητρον της Αρχαίας μας Ελλάδος. Γόητρον ισχυρότερον του Γοήτρου των Θεών. Δύο δυνάμεις τρισμέγισται, ανυπολόγιστοι, τας οποίας ανηθίκως και χυδαιότατα εκμεταλλεύεται η Τωρινή, χωρίς καν να τας εννοή και αι οποίαι κρατούν αβύθιστον το Ληστρικόν αυτό ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΝ.
 
Και διέξοδος; Μία και μόνη. Ένα καλό πρωί, ω Τωρινοί Αόμματοι Βλάκες, θα ευρεθήτε επαναστατημένοι, χωρίς να γνωρίζετε το πώς και το τι και το διατί, χωρίς να ξεύρετε τι θέλετε και τι γυρεύετε και πού πηγαίνετε. Και την Επανάστασιν αυτήν την αισθάνεσθε, την επικαλείσθε, την ποθείτε, αρχίσατε προ καιρού να την λέγετε, να την γράφετε, να την συνηθίζετε, να την περιμένετε ως μόνην Σας Σωτηρίαν. Δια να Σας γλυτώση από τους ανηθίκους λαβυρίνθους και από τους τραγελάφους – δια να Σας γλυτώση από τον Εαυτόν Σας. Και η Επανάστασις αυτή, όπως και αιαδήποτε άλλη μεταβολή, με τα μυαλά που έχετε και με τους ανθρώπους που βάζετε εις τον σβέρκον Σας, θα Σας εξαπατήση και θα Σας βυθίση χειρότερα, εις χειρότερους τραγελάφους και σκότη. Θα Σας αποτελειώση, υποσχομένη να Σας διορθώση – όπως η κάθε μεταβολή που εκάματε – και θα Σας αποκοιμίη, δια να πεταχθήτε μετά ολίγα έτη ορθοί, από τον Νέον Σας Ύπνον… και ιδήτε τέλος με πεταγμένα μάτια εμπρός Σας, τον πραγματικόν… ΧΑΡΟΝ.
 
Έναν ολόκληρον Αιώνα καταβεβηλώνετε αποτρόπαια τους Πρώτους Ναούς της Φυλής. Και οι Ωραίοι Θεοί, εκδικούμενοι Σας μεταμόρφωσαν εις ΧΟΙΡΟΥΣ.
 
Αυτή είναι η Αληθινή Τωρινή Ελλάς. Αλλ’ επειδή δεν θα πιστεύετε ότι είναι αυτή, δεν φαντάζεσθε ότι είναι τρισελεεινοτέρα και αυτής, συγκεφαλαιωθήτωσαν και συναποδειχθήτωσαν όλα δια μιας Εικόνος, δια της οποίας συγχρόνως δύνασθε να μετρήσετε την Κατάπτωσίν Σας μαθηματικώς.
 
Συμπλησιάσετε τα άκρα ενός Αιώνος και παραστήσετε τους Δύο φόνους, παραλλήλως και ταυτοχρόνως.
 
 
Υψώσετε την Αυλαίαν, και ορίστε να καθρεπτισθήτε.
 
ΣΚΗΝΗ Α’
 
ΕΛΛΑΣ: ΦΩΣ
 
Εποχή του 1831. Ανθρωπότης Μαρτύρων και Ηρώων. Εις το βάθος χαλάσματα και κρημνίσματα αχνίζοντα από αίματα, καπνίζοντα από μπαρούτια. Από τα αναστατωμένα χώματα, ένας Ύμνος Ελευθερίας υψώνεται, συμπάλλων αιματοκαπνισμένους αέρας, περινεφώνων την Νέαν Ελληνικήν ΔΟΞΑΝ, την διαβαίνουσαν βιαστικά, με μορφήν Δόξης Ψαρών του Γύζη. Εμπρός, δρόμος Ναυπλίου, φέρων εις μικράν Εκλκησίαν. Αι κεφαλαί της Νέας Ελλάδος. Άνδρες, Λέοντες, Ήρωες, Ημίθεοι διέρχονται. Κάθε στήθος Πληγαί. Κάθε Καρδιά Ηρωϊσμός. Κάθε κεφάλι φως, κάθε πτυχή λάμψις δόξης, κάθε ασημοκαπνισμένη πάλα μυθική εποποιία, κάθε χρυσοκαπνισμένον πιστόλι ηρωϊκόν ποίημα. Διέρχονται λευκοχρυσάργυροι, κατάφορτοι Δόξης και με λεοντοθύμους χαίτας εισέρχονται εις την Εκκλησίαν. Δύο μένουν. 
 
Γεννήματα του Μυθικού χρυσαετού των Ορέων της Μάνης. Αίμα του Πετρόμπεη. Και οι δύο Νέοι και οι δύο Ωραίοι και οι δύο Ήρωες. Πιθανόν οι Ήρωες της Τρωάδος να μην ήσαν τόσον ωραίοι, αλλά βέβαιον ότι τα ατρόμητα πετρώματα του Ταϋγέτου επέταξαν ένα Ηρωϊκόν Γένος Απολλώνειον. Μένουν, με το στήθος αναμμένον από το πάθος. Μένεα πνέοντες, δια την ιδίαν χαλιναγώγησιν και δια την κακώς νοουμένην προσβολήν κατά της Κορυφής των, σκέπτονται εκδίκησιν. Τίποτε παράξενον δια την Ελληνικήν Ιστορίαν. Ο Ελληνικός Εγωισμός υπερισχύει του κοινού συμφέροντος. Ο Αχιλλεύς εγκαταλείπει τον αγώνα και αφήνει να θερίζωνται οι Έλληνες προ της Τρωάδος, διότι ο Αγαμέμνων του επήρε μίαν αιχμάλωτον που δεν τον ενδιέφερε διόλου. Εδώ μάλιστα εισχωρεί και το δραματικώς ωραίον και υψηλόν. Η υπόθεσις κατά Κορυφής προσβολής. 
 
Πλησίον των ένα φάσμα άσπρης Αρκούδας, με ράσον και πετραχήλι και το Ευαγγέλιον εις τα χέρια, εκκαίει το πάθος. Αλλ’ Έρχεται… Ένας Ειρηνοποιός, ένας Ποιμήν Λαού, ερχόμενος να φέρη το Φως εις το Σκότος των καπνών, τον Ρυθμόν εις το Χάος και προχωρεί γαλήνια. Όλοι εξέρχονται του ναού να τον υποδεχθούν. Οι δύο Νέοι Ήρωες, με ένα βόγγον, ορμούν: Ο Καποδίστριας Νεκρός. Η Νέα Ελλάς ολοφυρομένη επί του Μεγάλου Νεκρού, με γόους φωνάζουσα τον Χαμόν της.
 
ΣΚΗΝΗ Β’
 
ΕΛΛΑΣ: ΚΟΠΡΟΣ
 
Εποχή του 1905. Ανθρωπότης Δικηγορίσκων, Υπαλληλίσκων, Χαρτοπαικτών και Βουλευτών. Ανθρωπότης Χρεωκοπημών, Ατιμασμών και Ηττών. Αποσυντεθειμένη, σαπρώδης, γυναιώδης, γραώδης, κλαψιάρα, τρεφομένη με Κόλυβα Μνημοσύνων και επιταφίους λόγους. Αέρας αποπνικτικός από σαπίζοντα άνθη κηδειών και σύννεφα μολυβένια Εθνικών Ατιμασμών, πλακόνοντα τον Ουρανόν. Εμπρός, δρόμος φέρων προς Βλακογερμανικόν Μπουδρούμι, δεχόμενον την καφτήν αράν κάθε διαβάτου, εκπνέον λιποθυμιστικήν δυσωδίαν Μουχλιασμένων Λόγων: η Βουλή.
 
Έξωθεν ψήφοι, μισθοί, αργόμισθοι, θεσιθήραι, όχλος ψήφων και όχλος Βουλευτών, μολυβένιοι στρατιώται και ζευζέκηδες ανεβοκατεβαίνοντες εις τα πρόθυρα. Ένας ψήφος χυδαίος, με χυδαίον σταφιδιασμένον, χασισοποτισμένον κορμί, με ρούχα σουπιάς και μούτρα σουπιάς, Γέννημα Χαρτοπαιγνίου και Θρέμμα Μητσέα – Τρισμέγιστης Προσωπικότητος, υπερασπιστής της Ελευθερίας του Χαρτοπαιγνίου, πνέων εκδίκησιν δια κλείσιμον Καταγωγίων: ο Κωσταγερακάρης. Και ένα κασόνι λουστρατισμένον που το τρέχουν δύο άλογα, καταφθάνει προ της κλίμακος. Ένας Γέρων Ηθοποιός, προσπαθών μόνον με το γόητρον δύο λευκών φαβοριτών να συγκρατήση την φαινομενικήν τουλάχιστον ύπαρξιν της Ελλάδος, ένας αποξηραμένος ψευτοθεσμός, κατέρχεται, υποκλινόμενος εδαφιαίως προ κάθε Σαριδιού. Ο χυδαίος δολοφόνος, μπήγων εις την κοιλιά του ένα σουβλί από σουβλάκια. 
 
Η ολομέλεια της Ακαδημίας των Ντοτόρων, αδυνατούσα να βαλσαμώση ένα Καλάμι. Η Ελλάς ολόκληρος Πτώμα αποσυντεθειμένον, μένον εις τον Ήλιον, χωρίς να είναι δυνατόν ούτε να ταριχευθεί. Οι Διάδοχοι αλληλοσκοτωνόμενοι, προς να πρωτοκόψει το Πόδι του Νεκρού, δια να Αρχηγήση δι’ αυτού του Λαβάρου, αι Ορδαί των Βουλευτών και των ψήφων αποχαλινούμεναι, ξεσκλώσαι με τα δόντια, τα κρέατα της Τρισδυστήχου Ελλάδος, παραδιδόμεναι εις το Τελειωτικόν Διαρπαγμόν.
 
Περικλής Γιαννόπουλος, Νέον Πνεύμα

1906

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/katw-h-ellas-twn-pshfwn-twn-misthwn-twn-chartopaiktwn-kai-twn-bouleutwn#ixzz4nDYIB7Ve