«ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ» …

Γράφει ο Οδυσσεύς Πατεράκης

Ανάγκη δεν είναι «αόριστη», αγαπητέ αναγνώστη για τούτη την κατάθεση ψυχής. Της καρδιάς είναι ανερμήνευτη, μα καθόλα «ορισμένη» προσταγή, περνώντας για τη δουλειά μου, «εκάστην πρωίαν», καθώς θα λέγαμε και στη γλώσσα που δεν πρόλαβα να διαδαχτώ, κι’ ομοίως «ανερμήνευτα» αγάπησα, το βουητό ακούγοντας στην τρέχουσα γλώσσα την ελληνική, απ’ την αυλές των σχολειών που περνώ, ν’ αναντρανίζει, τουτέστιν στην κρητική μου ντοπιολαλιά ν’ αναθαρρεύει, η ψυχή μου. Και βαθειά μελαγχολία να ζώνει την ίδια ψυχή στις διακοπές που των σχολειών τα χτήρια με κοιτάζουν βουβά. Κι’ άθελα τα μάτια υγραίνονται, σα μου ‘ρχεται στο νου εκείνο το «χιλιάδες ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ» που «πάνε να πάρουν τα γράμματα», διαβασμένο μέσ’ από τις σελίδες του παλιού αναγνωστικού. Τα ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ. Γλυκειά κουβέντα, γλυκειά σαν και κάθε «μικρογραφία». Σαν κι’ εκείνα τα λιονταράκια που καρτερούσα ανυπόμονα να δω στις κυριακάτικες προβολές του «σινεάκ». Εκείνη η εικόνα που γλύκαινε την ψυχή, όπως το ίδιο την πίκραινε, σε κείνες τις «πολεμικές» τάχατες ταινίες η εικόνα με τους βασανισμούς ανθρώπων στην ανάκριση, που παρακαλούσα να μην φανούν στην οθόνη, ντρεπόμενος για λογαριασμό των πρωταγωνιστών, όντας αποσβολωμένο, μπροστά στην εικόνα παιδί, που ΑΚΑΘΟΔΗΓΗΤΑ αρνιόταν ν’ αποδεχτεί το «δικαίωμα» στην πρόκληση του πόνου. Παρένθεση, που ίσως σου φανεί περιττή, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά πώς αλλοιώς να σου δώσω να καταλάβεις, πως ετούτη η εμμονή στα «ελληνάκια» κι’ όχι στα «ανθρωπάκια», αόριστα και γενικά, δεν έχει να κάμει με όσα οι επαγγελματίες «ανθρωπιστάδες» της ακαταλαβίστικης «πολιτικής ορθότητας», χρεώνουν ως «μίσος» κι’ «απανθρωπιά» στον ΕΘΝΙΚΙΣΤΗ που δηλώνω πως ΕΙΜΑΙ απερίφραστα. Γι’ αυτά λοιπόν τα «χιλιάδες Ελληνάκια», χρέος έχω να νοιώσω ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ τούτο τον πόνο, για το μέλλον που τους επιφυλάσσουν οι τύραννοι της ζωής και της σκέψης μας. Και στο κάτω κάτω ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ είναι ο πόνος κι’ ότι γουστάρω τον κάνω, αδιαφορώντας για ό,τι κι’ αν μου προσάψει το κάθε μισθοδοτούμενο της «πολιτικής ορθότητας» αλαλάζον κύμβαλο, που ‘καμε επάγγελμα τον «ανθρωπισμό», που χτυπιέται κι’ οδύρεται τάχατες για «προσφυγάκια»-άλλοθι της …βολικής υποκρισίας του κάθε προοδευτικάριου που βάλθηκε να βαφτίσει «ιδεολογία μίσους» την αγάπη σ’ ό,τι έχει το χρώμα σου, σ’ ό,τι προφέρει τη γλώσσα που πρωτάκουσες απ’ τη μάνα σου, δηλαδή σε κείνα τα μικρά κι’ άδολα «λιονταράκια» που ξεχύνονται στους δρόμους της ΠΑΤΡΙΔΑΣ, δηλαδή της ΜΗΤΡΙΔΑΣ, του τόπου δηλαδή που διαβιοί η ΡΑΤΣΑ μου…