ΕΡΓΑΤΙΚΗ  ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ…

Γράφει ο Οδυσσεύς Πατεράκης
Δεν είναι μια κάποια αόριστη «ανάγκη» έκφρασης, που υπαγόρευσε τούτες τις γραμμές, αγαπητέ αναγνώστη. Μια βαθύτερη εισδοχή πάνω στην έννοια της Ανάγκης, που μπροστά της και οι θεοί πείθονται, είναι. Διότι η Ανάγκη συνυπάρχει με τα όντα, που δεν ρωτήθηκαν ασφαλώς προκειμένου να καταστούν «όντα», για τον απλούστατο λόγο ότι η ύπαρξή τους δεν υπήρξε των ιδίων συνειδητή επιλογή. Εν ολίγοις, υποχρεούνται τα όντα να πληρώσουν το τίμημα, όχι για κάτι που τα ίδια αποφάσισαν, αλλά επειδή απλά «βρέθηκαν» μπροστά σ’ ένα δεδομένο που λέγεται «βίος». 
Κι’ αναρωτιέμαι ποια θα ‘ταν η «εικόνα» του κόσμου μας αν η συνειδητοποίηση των ανωτέρω από τον άνθρωπο αποτελούσε την προϋπόθεση για τη σύνταξη των κανόνων της κοινωνικής συνύπαρξης. 
Αυτής λοιπόν της Ανάγκης αποκύημα είναι αυτό που καταρχήν αποκαλούμε Εργασία. Κι’ αυτό είναι που καθιστά την εργασία, όσον αφορά τους κανόνες της κοινωνικής συνύπαρξης, αφενός μεν ατομικό «καθήκον», αφετέρου δε κοινωνικό Δικαίωμα. Διότι αρνούμενος κάποιος στον άλλον,  το Δικαίωμα στην εργασία, αυτομάτως του αρνείται και το δικαίωμα στον βίο, ο οποίος βίος δεν υπήρξε δική του επιλογή και ως εκ τούτου προκύπτει το ζήτημα της Δικαιοσύνης, που ρυθμίζει και την ισορροπία μεταξύ δικαιώματος και καθήκοντος.
Όμως, ο άνθρωπος δεν είναι κάποιο άλογο αντικείμενο, για να εκτιμηθούν τα ανωτέρω σε μια βάση αμιγώς «μηχανιστική». Η εργασία δεν μπορεί να ‘ναι κάτι που υπάγεται σε κανόνες ξεκομμένους από τον πολυσύνθετο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κοντολογίς, η εργασία πρέπει να έχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που την αποδεσμεύουν από την απολυτοποίηση της έννοιας της Ανάγκης και την εντάσσουν στην σχετικότητα του ανθρώπινου μέτρου, κάνοντάς την στοιχείο της κοινωνικής αρμονίας.
Πρακτικά αυτό, με οικονομικούς όρους, «μεταφράζεται» ως αρμονική σχέση μεταξύ «συνθηκών εργασίας» και «αμοιβής». 
Όμως, όσο κι’ αν «θεωρητικά» αυτό είναι κατανοητό, δεν πρόκειται να γίνει κοινωνικός κανόνας, αν δεν καταστεί κοινωνική αρχή η εξάλειψη της αποδοχής της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.
Κι’ επειδή ο άνθρωπος, ως ον «ανερμήνευτο», μπορεί «λογικά» να το αποδέχεται, αλλά «πρακτικά», ως είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, να το απορρίπτει, την ευθύνην έχουν οι Άρχοντες που καθορίζουν και τη σύνταξη και την τήρηση των κοινωνικών κανόνων. 
Πώς όμως, να ανατίθεται τέτοια «ευθύνη» σε «άρχοντες» που «θεωρητικά» δεν αποδέχονται την, κατά τα ανωτέρω, αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης ; Που αντιλαμβάνονται «μηχανιστικά» τη σχέση ανθρώπου και εργασίας. Που «θεωρούν» πως η «αμοιβή» είναι ξεκομμένη απ’ το συνδυασμό «προσφοράς» και «ανάγκης» ; Που «τιμολογούν» τον ανθρώπινο βίο, «αγνοώντας» τι ‘ναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος και ξέροντας την τιμή του μονάχα, για να θυμηθούμε …λιγάκι τον Μπρεχτ, τον οποίο, υποτίθεται «θαυμάζουν» μονάχα για να ‘ναι «in» στα όρια της …επιτρεπτής «πολιτικής ορθότητας» των καιρών μας ; 
Όχι, κύριοι «άρχοντες», κι’ …υποψήφιοι «άρχοντες», όπως κι’ αν θέλετε να αυτοπροσδιορίζεστε, «εθνικιστές», «κομμουνιστές», «σοσιαλιστές» και «σοσιαλδημοκράτες», μέσα στην γενικευμένη αναντιστοιχία σημαίνοντος και σημαινομένου που χαρακτηρίζει τις μέρες μας. 
Αν δεν υφίσταται κοινωνικό κράτος, δεν υπάρχει λόγος να υφίσταται καθόλου κράτος. Τελεία και παύλα…