Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΣΑΦΕΙΕΣ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ – ΜΕΡΟΣ ΛA΄

Γράφει ο Α. Κωνσταντίνου

Μερικοί ιστορικοί της επιστήμης καταδεικνύουν το έργον του Γάλλου μαθηματικού, λογίου και φιλοσόφου Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί (Pierre Louis Moreau de Maupertuis,1698 -1759) στην βιολογία, ως εξαιρετικώς σημαντικόν πρόδρομο της εξελικτικής θεωρίας, ειδικώς δε της θεωρίας της φυσικής επιλογής. Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι παρατηρήσεις του περί το εξελικτικόν επιχείρημα είναι βιαστικές, ασαφείς ή συγκυριακές. Η ετυμηγορία του μεγάλου εξελικτικού βιολόγου Ερνστ Βάλτερ Μάϋρ  περί αυτού είναι σαφής:«…δεν ήταν ούτε απλώς εξελικτικός, ούτε από τους ιδρυτές της θεωρίας της φυσικής επιλογής, αλλά υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της Γενετικής». Ο Μωπερτουί είχεν ευαγγελισθεί μια θεωρία «παγγενέσεως», θέτων το ζήτημα των «γενεσιουργών σωματιδίων» από την μητέρα και τον πατέρα, υπευθύνων για τα χαρακτηριστικά του παιδιού (πρβλ. με τα γονίδια). Ο ιστορικός της Βιολογίας Πήτερ Μπόουλερ τον πιστώνει με μελέτες περί κληρονομικότητος, φυσικής προελεύσεως των ανθρωπίνων φυλών, καθώς και με την ιδέαν ότι μορφές ζωής ημπορούν να έχουν αλλάξει με την πάροδον του χρόνου.

Ο Μωπερτουί υπήρξε σφοδρός επικριτής των φυσικών θεολόγων, καταδεικνύων φαινόμενα ασύμβατα με μιαν έννοιαν αγαθού και σοφού Δημιουργού. Ήταν επίσης από τους πρώτους που εξήτασαν  τα ζώα με όρους μεταβλητών πληθυσμών, σε αντίθεση με την παραδοσιακή  φυσική ιστορία που ετόνιζε την περιγραφή των επιμέρους δειγμάτων. Η εργώδης ερμηνεία του ημπορεί να εκτιμηθεί από την ανάγνωση των πρωτοτύπων έργων του.

Ακολουθεί η μαρτυρία ενός αποσπάσματος από το βιβλίο του «Φυσική Αφροδίτη» («Vιnus Physique» – 1745): «Δεν θα ημπορούσε ένας να ειπεί ότι, στους τυχαίους συνδυασμούς των παραγωγών της φύσεως, όπου υπάρχουν κάποιοι που χαρακτηρίζονται από μιαν ορισμένη σχέση “καταλληλότητος”, οι οποίοι είναι σε θέση να επιβιώσουν, δεν πρέπει να αναρωτηθούμε επ’ αυτού, ότι αυτή η “καταλληλότης” είναι παρούσα σε όλα τα είδη που υπάρχουν σήμερα; Η πιθανότης, θα έλεγε κανείς, εντός ενός παραχθέντος αναριθμήτου πλήθους ατόμων, να ευρέθη ένας μικρός αριθμός τους, κατασκευασμένος κατά τέτοιον τρόπον, ώστε τα τμήματα του ζώου ήσαν σε θέση να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του. Σε άλλον, απείρως μεγαλύτερον αριθμό, δεν υπήρξε ούτε καταλληλότης, ούτε τάξη: Όλα αυτά τα ζώα έχουν χαθεί. Τα ζώα που δεν είχαν ένα στόμα δεν ημπορούσαν να ζήσουν. Άλλα που δεν είχαν αναπαραγωγικά όργανα δεν θα ημπορούσαν να διαιωνισθούν… Τα είδη που βλέπουμε σήμερα είναι μόνον το ελάχιστον  μέρος,  αυτού του πλήθους το οποίον παρήγαγε το τυφλό πεπρωμένο …»

Μια σχεδόν ταυτόσημος επιχειρηματολογία ημπορεί να ευρεθεί και στο  έργον του του 1746  «Οι νόμοι της κινήσεως και της παύσεως προέρχονται από μια μεταφυσική αρχή», όπου διατυπώνει ανάλογες αν όχι ταυτόσημες ιδέες με τον Ντέηβιντ Χιούμ στο «Διάλογοι αφορούντες την Φυσική Θρησκεία» (1777).

Η κορυφαία αναζήτηση  στην οποίαν ενεπλάκη ο Μωπερτουί αφορά στις ανταγωνιστικές περί γενέσεως θεωρίες, (της «προμορφοποιήσεως» και της «επιγενέσεως»). Η ερμηνεία του περί της ζωής εμπεριείχε την αυτόματο  γένεση νέων ειδών ζώων και φυτών, ομού με την μαζική εξάλειψη των ανεπαρκών μορφών. Αυτές του οι ιδέες απορρίπτουν μεν την ανάγκη ενός Δημιουργού, αλλά δεν αποτελούν μέρος της συγχρόνου εξελικτικής  σκέψεως.  Η χρονολογία των εν λόγω εικασιών, 1745, είναι παράλληλος  με το έργον του Λινναίου και έτσι προηγείται κάθε σαφούς εννοίας του «είδους». Επίσης, οι εργασίες του περί Γενεαλογίας, σε συνδυασμόν με την ανίχνευση των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών μέσα από γενεαλογικές σειρές, προαναγγέλλουν τις εργασίες που έγιναν αργότερον στην Γενετική.

Στον δέκατο όγδοον αιώνα οι φιλόσοφοι, οι πολιτικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί, σε καμία περίπτωση δεν ήσαν οι μόνοι άνθρωποι που ενδιαφέροντο για το «εθνοφυλετικό ζήτημα». Ορισμένοι διακεκριμένοι βιολόγοι έγραψαν επί μακρόν για το ίδιο θέμα,  βεβαίως έχοντες  πολύ μεγαλυτέρα σαφήνεια και φειδώ στα επιχειρήματά τους και προφανώς ορθοτέρα αντίληψη από τους λοιπούς εμπλακέντες.  Τα έργα ανθρώπων όπως ο Μπλούμενμπαχ διατηρούν το ενδιαφέρον τους και την μεγάλη αξία τους έως σήμερα. Προκειμένου, όμως, να εκτιμήσουμε σαφώς αυτό που προσεπάθησαν να κάνουν, είναι απαραίτητο να αντιληφθούμε την πορεία της βιολογικής σκέψεως του δεκάτου ογδόου αιώνος. Ο Μπλούμενμπαχ και οι αντίστοιχοί του,  δεν ησχολήθησαν να αποδείξουν πως όλες οι φυλές της ανθρωπότητος ήσαν απαραιτήτως «ίσες», αλλά ήθελαν να καταδείξουν ότι, όλες οι φυλές ήσαν ανθρώπινες, καθώς και να πείσουν τους αδαείς άλλους, πως οι όποιες διαφορές των φυλών προεβλήθησαν υπερβολικώς. Πρέπει επίσης να υπενθυμισθεί ότι, η ιδέα της ανθρωπίνης εξελίξεως από κάποιο ανθρωποειδές είδος πιθήκων, ήταν σχεδόν απούσα στον νου των περισσότερων ανθρώπων. Η εξελικτική σκέψη ευρίσκετο σε εμβρυϊκό στάδιο, ακόμη και σε επιστημονικούς κύκλους.

Βεβαίως, ο μέγας φυσιοδίφης  Κάρολος Λινναίος, μακράν απείχε από την αποδοχή της ιδέας της ισότητος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε  απαρίθμησε τις νοητικές ικανότητες της κάθε φυλής ως σαφείς διακριτικούς της χαρακτήρες, συγκρίσιμες με τους φυσικούς της χαρακτήρες. Οι άνθρωποι τους οποίους ομαδοποίησε υπό το όνομα του «Ευρωπαίου» («Europaeus») ανήκαν σαφώς στην Νορδική, Ανατολικοευρωπαϊκή και Μεσογειακή υποφυλή, της μετέπειτα τυπολογικής ανθρωπολογικής και φυλογνωσικής ορολογίας. Αυτό προκύπτει από την περιγραφή του για τα φυσικά τους χαρακτηριστικά. Με την συνήθη του λακωνικότητα λέγει ότι αυτό το τμήμα της ανθρωπότητος είναι «ενεργό, λίαν οξυδερκές, εφευρετικό». Πρέπει να σημειωθεί ως αξιοπερίεργο της Ιστορίας της Επιστήμης, το γεγονός ότι στην δωδεκάτη έκδοση του περιβοήτου φυσιοδιφικού ταξινομικού του βιβλίου «Σύστημα της Φύσεως» («Systema naturae»), ο Λινναίος ήλλαξε  τον χαρακτηρισμό του Ευρωπαίου από acutissimus («οξύνους») σε argutus («ταχύνους»). Δεν ημπορεί κανείς να μαντέψει ποια ήταν η αιτία για την μικρή αυτήν αλλαγή, η οποία έγινε δεκτή από τον μεγάλο Γερμανό φυσιογνώστη Γιόχαν Φρήντριχ Γκμέλιν στην έκδοση (δεκάτη τρίτη) της οποίας ήταν υπεύθυνος. Σε πλήρη αντίθεση με ό,τι λέει για τον «Ευρωπαίο», ο Λινναίος στην ενότητα περί του Αφρικανού Έμφρονος Ανθρώπου («Homo  Sapiens Afer») -που από την φυσική περιγραφή του παρουσιάζεται να περιλαμβάνει τις φυλές των Νεγριδών και Κοϊσανιδών- τον στιγματίζει ως «πανούργο, οκνηρό, απρόσεκτο».

Πηγή: Εφημερίδα «Εμπρός»