ΡΟΥΠΕΛ 6/4/1941: ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ “ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ”

oxira1_05042015__large

Ήταν 5.15 το πρωί της Κυριακής 6 Απριλίου 1941 όταν ο γερμανικός στρατός έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιο «ΜΑΡΙΤΑ», την εισβολή στην Ελλάδα από τα βόρεια σύνορα της χώρας. Οι γερμανικές δυνάμεις, μέσα από το έδαφος της Βουλγαρίας που είχε προσχωρήσει στους Γερμανούς από το Μάρτιο, επιτέθηκαν με 10 Μεραρχίες, περισσότερα από 1000 αεροπλάνα και 3 στρατηγεία Σώματος Στρατού, έχοντας την απόλυτη υπεροχή σε αριθμό και υλικό. Η διάβασή τους όμως στην Ελλάδα δεν θα ήταν εύκολη, εξ αιτίας της στρατιωτικής ευφυίας και της πρόβλεψης του εθνικού κυβερνήτη, του Ιωάννη Μεταξά, που είχε προβλέψει 5 χρόνια πριν τον κίνδυνο και είχε μεριμνήσει να θωρακίσει τα βόρεια σύνορα της χώρας με μια σειρά οχυρών κατά μήκος της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου.  Μια αμυντική γραμμή από 21 οχυρά, σχεδιασμένη από Έλληνες αξιωματικούς και κατασκευασμένη από ελληνικά χέρια, δημιουργούσαν ένα απροσπέλαστο τείχος για όποιον επιβουλευόταν την ακεραιότητα της χώρας. Η «Γραμμή Μεταξά» ήταν πολύ ανώτερη όλων των ανάλογων κατασκευών στην Ευρώπη.

Οι υπερασπιστές των οχυρών ήταν λίγοι… Απελπιστικά λίγοι μπροστά στις τεθωρακισμένες μεραρχίες του καλύτερου ίσως στρατού του κόσμου. Αλλά και στις Θερμοπύλες λίγοι ήταν, μπροστά στις αναρίθμητες στρατιές των βαρβάρων. Στα οχυρά, όπως και στις Θερμοπύλες, οι πολεμιστές είχαν εντολή να υπερασπιστούν τη θέση τους μέχρι εσχάτων. Κι αυτό έκαναν!

Στις 6 Απριλίου 1941, ξημερώνοντας Κυριακή εκδηλώνεται η μαζική επίθεση με τις κύριες μάχες να δίνονται στα οχυρά της περιοχής Μπέλες και στο Ρούπελ. Τα αεροπλάνα βομβαρδίζουν με βόμβες 500 κιλών τα οχυρά που δεν καταλαβαίνουν όμως από τέτοια, καθώς το πάχος τους ξεπερνούσε τα 2 μέτρα οπλισμένου σκυροδέματος, τα γερμανικά άρματα μάχης παγιδεύονται στα «δόντια δράκοντα», το γερμανικό πυροβολικό σφυροκοπάει τα οχυρά χωρίς αποτέλεσμα, το πεζικό δεν μπορεί να προχωρήσει… Τα οχυρά ξερνάνε ατσάλι και φωτιά και οι υπερασπιστές τους, φτιαγμένοι από την ίδια πάστα των αγωνιστών των Θερμοπυλών και του Μαραθώνα, υποδέχονται τους βομβαρδισμούς με ζητωκραυγές. Τα χημικά αέρια και τα φλογοβόλα δημιουργούν μια κόλαση, αλλά οι μαχητές των Οχυρών δεν δείχνουν να πτοούνται. Η πρώτη μέρα της μάχης περιγράφεται λακωνικά στο γερμανικό πολεμικό ανακοινωθέν που εκδίδεται το βράδυ: «Τα επιτεθέντα στρατεύματα μας προσέκρουσαν εις πείσμονα αντίσταση. Η ικανότητα του εχθρού (Ελλήνων) για άμυνα παραμένει αμείωτος».

Στο Ρούπελ στέλνεται το «Ανεξάρτητο 125 Σύνταγμα», ένα στρατιωτικό τμήμα που αποτελούνταν από έμπειρους μαχητές, καθώς είχε πολεμήσει στη Γραμμή Μαζινό. Εδώ όμως δεν ήταν Γαλλία! Την πρώτη και δεύτερη μέρα οι απώλειες των Γερμανών είναι τεράστιες ενώ στο οχυρό, που διοικούσε ο Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος υπάρχει ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες οπλίτες.

Τη δεύτερη μέρα, στις 7 Απριλίου, οι μάχες συνεχίζονται πιο σκληρές. Στο Ρούπελ γίνονται εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον τμημάτων του 125ου Συντάγματος που είχαν καταφέρει να καταλάβουν το ύψωμα Τεπελάρ και τους απωθούν. Τα οχυρά δεν λυγίζουν, όπως δεν λυγίζουν και οι υπερασπιστές τους. Τούτοι δω είναι από άλλη πάστα μαχητές, τελείως διαφορετικοί απ’ όσους είχαν συναντήσει μέχρι τότε οι Γερμανοί, όπως αναγκάζεται ευθαρσώς να παραδεχτεί ο ίδιος ο Χίτλερ σε ομιλία του στο Ράιχσταγκ το Μάιο του 1941.

Την τέταρτη μέρα των μαχών, στις 9 Απριλίου, το γερμανικό πυροβολικό συνεχίζει από τα ξημερώματα να προσβάλει το οχυρό του Ρούπελ με σφοδρούς βομβαρδισμούς αλλά το οχυρό όχι μόνο αντέχει αλλά αναγκάζει τους Γερμανούς να οπσθοχωρήσουν, λίγο μετά το μεσημέρι. Η απόφαση του διοικητή και των υπερασπιστών του Ρούπελ ήταν σαφής: «Από δω δεν περνάνε».

Δυστυχώς όμως, η Γιουγκοσλαβική άμυνα καταρρέει από την πρώτη ακόμη μέρα και τα γερμανικά στρατεύματα προωθούνται στην ενδοχώρα μέσω της κοιλάδας του Αξιού. Η Θεσσαλονίκη παραδίδεται στις 9 Απριλίου και το απόγευμα της ίδιας μέρας, στις 5 η ώρα, ο Γερμανός κήρυκας φέρνει την είδηση στο Ρούπελ για την συνθηκολόγηση του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) και ζητάει την παράδοση των οχυρών, για να εισπράξει την απάντηση του διοικητή του Ρούπελ: «Τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται». Τελικά, μετά από επικοινωνία με τη Μεραρχία αποφασίζεται η παράδοση του οχυρού στις 10 Απριλίου, παρά την αντίδραση των υπερασπιστών του που υποστήριζαν πως ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί.

Στις 10 Απριλίου 1941 στις 6 το απόγευμα, έξω από το οχυρό Ρούπελ, παρατάσσεται ένα τιμητικό άγημα από Γερμανούς στρατιώτες που αποδίδει τιμές στους υπερασπιστές του Οχυρού που το εγκαταλείπουν μετά την υπογραφή της συνθηκολόγησης.  Ο Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος, καλείται από τον ομόβαθμό του Max Wuenche να επιθεωρήσει το άγημα, ως αναγνώριση της ανυπέρβλητης ανδρείας των μαχητών του Οχυρού. Τα ξίφη και τα όπλα των υπερασπιστών του Ρούπελ δεν αφαιρούνται και η ελληνική σημαία δεν υποστέλλεται μέχρι να φύγει και ο τελευταίος στρατιώτης. Ο διοικητής του επίλεκτου 125ου Συντάγματος, αναγκάζεται να ομολογήσει: «Δεν θρηνώ ως στρατιώτης, διότι η θυσία ήταν επιβεβλημένη, αλλά κλαίω ως άνθρωπος, διότι από το Σύνταγμά μου απέμειναν μόνο λίγοι άνδρες».

Η εποποιία των Οχυρών δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε απρόσμενη. Ήταν αποτέλεσμα της ίδιας αέναης υπόσχεσης που οι υπερασπιστές τους είχαν δώσει στους  ήρωες προγόνους τους, την ίδια υπόσχεση που έδιναν οι νέοι της Σπάρτης προς τους γεροντότερους και αυτήν που έχουμε δώσει και μεις προς τους ήρωες των Οχυρών. «Άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες». Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροί σας.