Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΣΑΦΕΙΕΣ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ – ΜΕΡΟΣ ΚΘ΄

Γράφει ο Α. Κωνσταντίνου

H τάση ορισμένων φιλοσόφων του δεκάτου ογδόου αιώνος, να αποδίδουν μεγαλυτέρα νοημοσύνη στους ανθρωποειδείς πιθήκους, από ό,τι ευλόγως θα ημπορούσε να αποδοθεί σε αυτούς από τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα για τον μελετητή του «εθνικού ζητήματος». Επί παραδείγματι, ημπορεί να εκπλαγούν  μερικοί εκ των αναγνωστών  εάν μάθουν ότι ο πολύς Ρουσώ εθεώρει πως ο χιμπατζής ήταν… άνθρωπος. Μετά την καταγραφή  ορισμένων παρατηρήσεων σχετικώς με αυτά τα ζώα, στην περιοχή  του Κονγκό, ο Ελβετός στοχαστής συνεχίζει ως εξής:

«Δεν βλέπει κανείς σε αυτά τα εδάφια τους λόγους επί των οποίων βασίζονται οι συγγραφείς γιά να αρνηθούν στα εν λόγω ζώα το όνομα των αγρίων ανδρών: αλλά είναι εύκολο να εικάσουμε ότι αυτό συμβαίνει λόγω της βλακείας τους [των χιμπατζήδων!], αλλά και επειδή δεν μιλούν: Αυτοί είναι αδύναμοι λόγοι για εκείνους που γνωρίζουν ότι αν και το όργανον της ομιλίας είναι φυσικώς έμφυτον στον άνθρωπο, ωστόσον, η ίδια η ομιλία δεν είναι φυσική, και αντιλαμβάνονται έως ποίου σημείου ημπορεί να ανεβίβασε τον πολιτισμένο άνθρωπο υπεράνω της αρχικής του καταστάσεως η ικανότης του για βελτίωση.»

Ο Ρουσώ απεδέχθη οποιοδήποτε στοιχείον, στα αρχεία των ταξιδιωτών, υπεστήριζε την ευφυΐα και την ανθρωπίνη ιδιότητα  του χιμπατζή, και απέρριψε τα περί του αντιθέτου αποδεικτικά στοιχεία. Εθεώρει την ικανότητα για αυτο-βελτίωση ως «το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου είδους» και ότι αυτό το κριτήριον δεν είχε εφαρμοσθεί εν προκειμένω στην αξιολόγηση των χιμπατζήδων, οπότε  είχαν «αδικηθεί».

Έχει ήδη ανφερθεί χαρακτηριστικώς πως ο Χέρντερ απέρριπτε την ιδέαν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι  θα ημπορούσαν να θεωρηθούν άνθρωποι, έγραφε δε επ’ αυτού σαφέστατα : «Ούτε ο Πόνγκο (Pongo – Ουρακοτάγκος) ούτε ο Μακρόχειρ (Longimanus  – Γίββων) είναι αδελφός σας,  αλλά πραγματικά ο Αμερικανός («Ινδιάνος») και  ο Νέγρος είναι.»[Ο  «Pongo» που αναφέρει εδώ ο Χέρντερ, ήταν πιθανώς ο χιμπατζής, δεδομένου ότι ο γορίλας ήταν κατ’ ελάχιστον γνωστός  τότε. Το όνομα στην συνέχεια απεδόθη στον Ουρακοτάνγκο. Ο  «Μακρόχειρ» ήταν ο κερκοπίθηκος Γίββων].

Ο πολυμαθής και εκκεντρικός Σκώτος Λόρδος Μονμπόντο, νομικός και φιλόλογος, διατηρούσε κοινή οπτική με τον Ρουσώ για τους ανθρωποειδείς πιθήκους. Ο Τζέϊμς Μπάρνετ, Λόρδος Μονμπόντο (1714 – 1799), δικαστής, μελετητής της γλωσσικής εξελίξεως και φιλόσοφος, ήταν θεϊστής. Είναι διάσημος σήμερα ως ιδρυτής της συγχρόνου συγκριτικής ιστορικής γλωσσολογίας. Το 1767 έγινε δικαστής στο Ανώτατο Σκωτικό Πολιτικό Δικαστήριο «Δικαστήριο της Συνεδριάσεως»  («Cuirt an t-Seisein). Ως εκ τούτου, ο Μπάρνετ υιοθέτησε κατά νόμον, τιμητικό τίτλον ευγενείας, βασιζόμενο στο όνομα του οικογενειακού τους μεγάρου «Οίκος Μονμπόντο». Ο Λόρδος Μονμπόντο ήταν ένας από μια σειρά μελετητών που τότε συμμετείχαν στην ανάπτυξη πρωίμων εννοιών  περί της Εξελίξεως. Μερικοί τον «πιστώνουν» με την κατ’ αρχήν πρόβλεψη της ιδέας της φυσικής επιλογής, η οποία ανεπτύχθη περαιτέρω σε επιστημονική θεωρία από τον Κάρολο Δαρβίνο. Στο ανώνυμο έργο του «Περί της Προελεύσεως και της Προόδου της Γλώσσης» (6 τόμοι, ταυτόχρονη έκδοση στο Εδιμβούργο και στο Λονδίνο, εκδόσεις James Balfour & Thomas Cadell, 1773-1792) αναφέρει «… οι “Ουρακοτάνγκοι” της Αγκόλας και αρκετών μερών της Ασίας». (Η σύγχυση του ουρακοτάγκου με τον χιμπατζή είναι εμφανής εδώ, όπως και σε πολλά γραπτά του 18ου αιώνος.)

[Το όνομα «ουρακοτάγκος» προέρχεται από τις μαλαϊκές και  ινδονησιακές λέξεις orang, που σημαίνει «πρόσωπο», και hutan που σημαίνει «δάσος», έτσι  συνθετικώς η σημασία είναι «πρόσωπο του δάσους». Η λέξη αρχικώς δεν εχρησιμοποιείτο για να αναφερθεί σε πιθήκους, αλλά για ανθρώπους που είχαν ως κατοικία τους τα δάση.

Οι μαλαϊκές λέξεις που χρησιμοποιούνται για τον πίθηκο είναι maias και mawas, αλλά είναι ασαφές αν αναφέρονται μόνον στον ουραγκοτάγκο, ή σε όλους τους πιθήκους γενικότερον. Η πρώτη πιστοποπιημένη χρήση της λέξεως ουρακοτάγκος για να κατονομασθεί ο ασιατικός πίθηκος έγινε από τον Ολλανδό ιατρό Jacobus Bontius, ο οποίος στο βιβλίο του «Historiae naturalis et medicae Indiae orientalis» (1631) ανέφερε ότι Μαλαισιανοί τον είχαν ενημερώσει πως αυτός  ο πίθηκος ήταν σε θέση να μιλήσει, αλλά προετίμησαν να «μην τον υποχρεώσουν να εργασθεί». Η λέξη ενεφανίσθη κατόπιν σε αρκετές γερμανόγλωσσες περιγραφές της ινδονησιακής ζωολογίας, κατά τον 17ον  αιώνα.]

Και ο Λόρδος συνεχίζει : «Είναι ακριβώς ανθρωπίνης μορφής, περπατούν ορθοί όχι στα τέσσερα… χρησιμοποιούν ραβδιά για όπλα, ζουν σε κοινωνία, κατασκευάζουν καλύβες από κλαδιά δένδρων και απάγουν κορασίδες των Νέγρων τις οποίες καθιστούν δούλες, και τις  χρησιμοποιούν τόσον για εργασία όσον και ευχαρίστηση… Αλλά αν και από τα αναφερθέντα στοιχεία φαίνεται βέβαιον ότι είναι του είδους μας, και παρά το ότι έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στις τέχνες της ζωής, δεν έχουν φθάσει το επίτευγμα της γλώσσης».

Αυτό που εξέπληξε τον Μονμπόντο δεν ήταν ότι δεν ημπορούσαν να ομιλήσουν, αλλά ότι δεν ημπορούσαν να μάθουν να ομιλούν. Συνεφώνησε με τον Ρουσσώ, απορρίπτων την άποψη ότι, η ομιλία είναι «φυσική» για τον άνθρωπο. Λέει: «Τώρα, εάν ημπορούμε να υπερβούμε εκείνην την προκατάληψη, και να μην επιμένουμε ότι οι άλλες τέχνες της ζωής, που οι Ουρακοτάγκοι θέλουν, δεν είναι παρομοίως φυσικές για τον άνθρωπο, είναι αδύνατον να τους αρνηθούμε τον τίτλον των ανθρώπων.»

Πηγή εφημερίδα «Εμπρός»