ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ

(Λενιδιώτικο αερόστατο στο……Κοκάνι* !)

Γράφει ο Νικόλαος Η. Σκαντζός

Τη μικρή αυτή ιστορία, μας την έχει διηγηθεί παλιός Πραστιώτης (Κοκανιώτης ), τσοπάνης της περιοχής, που εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι πια κοντά μας.

Ήταν Άνοιξη γύρω στα 1960.

Ένα βράδυ αργά, ενώ κοιμόταν στο καλύβι, άκουσε τροκάνια από γίδια, που είχαν μπεί μέσα στα χωράφια του και έτρωγαν αδηφάγα τα σπαρτά που μόλις είχαν βγάλει τα τρυφερά τους πράσινα στάχυα.

Επειδή τα είχε σπαρμένα με σιτάρι κατατρόμαξε !

Αν δεν έδιωχνε τα γίδια, θα κατέστρεφαν τη σπορά του, που με ιδρώτα και κόπο είχε καταφέρει.

Η αναμονή της παραγωγής του σιταριού εκείνη την εποχή για τους ξωμάχους ήταν το βασικότερο και πολυτιμότερο αγαθό πάνω στο οποίο στηρίζονταν  για θρέψουν την οικογένειά τους για έναν ολόκληρο χρόνο.

Σιτάρι, σήμαινε ζωή.

Σιτάρι ίσον αλεύρι, ψωμί που μαζί με το άλλο πολύτιμο αγαθό το γάλα από τα κοπάδια τους, σήμαινε και χυλοπίτες και τραχανά και πάει λέγοντας.

Με αυτά τρεφόταν και πορευόταν η οικογένεια για ένα ολόκληρο χρόνο ώσπου να έρθει η καινούρια η παραγωγή και….πάλι απ’την αρχή.

Τρομαγμένος με την σκέψη ότι τα γίδια ( που δεν ήξερε και πόσα ήταν) μπορούσαν να του καταστρέψουν την παραγωγή και να μείνουν τα παιδιά του νηστικά, πετάχτηκε από τα στρωσίδια, βγήκε από το καλύβι τρέχοντας, έφτασε στα χωράφια και άρχισε να πετροβολάει τα γίδια με πέτρες που τις έβρισκε ψαχτά μέσα στο σκοτάδι.

Έπεφτε σηκωνόταν, τον τρύπαγαν και τα αγκάθια και οι αγριογκορτσές, αλλά ήταν τόσο αναγκαίο να διώξει τα γίδια, που δεν καταλάβαινε από πόνο.

Κι’εκείνα τα άτιμα, από τη μιά μεριά τα έδιωχνε και ξανάμπαιναν από την άλλη.

Είδε κι’έπαθε να τα βγάλει έξω από τα χωράφια του, αλλά και να τα κυνηγήσει μακριά χουγιάζοντάς τα με τις άγριες φωνές του, να τα φοβίσει ούτως ώστε να μην ξανάρθουν.

Κάποια στιγμή τα κατάφερε.

Στάθηκε για λίγο για να βεβαιωθεί ότι τα γίδια είχαν απομακρυνθεί αρκετά και ύστερα πήρε το δρόμο του γυρισμού για το καλύβι, να συνεχίσει τον ύπνο.

Του έμελε όμως εκείνη τη νύχτα, όχι μόνο να μείνει άγρυπνος, αλλά και κατατρομαγμένος, αφού είδε ξαφνικά μέσα στη νύχτα ένα….φάντασμα, ένα…. στοιχειό !

Ναι στοιχειό, φάντασμα σου λέω, πώς να στο πώ ;

Το διηγόταν τρέμοντας στη γυναίκα του, κι’εκείνη δεν τον πίστευε !

Μα, λες αλήθεια; τον ρωτούσε.

Ναι σου λέω, όπως με βλέπεις και σε βλέπω.

Δηλαδή, τι ήταν αυτό που είδες, σε ποιό μέρος ήταν ξαναρωτούσε εκείνη.

Να εκεί στην παλιοκακουλιά πίσω από τον όχτο!

Εκειχάμω πήγα να περάσω και βγήκε μπροστά μου και μούκοψε τα

ήπατα.

Ήταν ένα πράμα μεγάλο όσο ένα πολύ μεγάλο μουλάρι και…βάλε και είχε και ένα μεγάλο στόμα, νά, σαν την πόρτα του…..φούρνου.

Ήταν ξαπλωμένο και μόλις πήγα να περάσω σηκώθηκε όρθιο, θρούνισε με μανία και ερχόταν καταπάνω μου. Παραλίγο θα με κατάπινε. Πρόλαβα και γλύτωσα.

Έτρεξα πιό γλήγορα κι’απ’το …λαγό !

Η γυναίκα του τον κοιτούσε περίεργα.

Τα πόδια χτυπάγανε στο κεφάλι σου λέω, κόντεψε να ξεκολλήσει η καρδιά μου, δεν με πιστεύεις ; Αφού το είδαν και τα γίδια πρόγκιξαν και τρέχανε σαν δαιμονισμένα.

Κοιμήσου, του είπε και αύριο πάμε μαζί να μου δείξεις, πού το είδες,

Α ! Όχι, όχι  της είπε, εγώ σ’αυτό το μέρος δεν ξαναπάω, φοβάμαι !

Καλά , καλά, του είπε αυτή, το πρωϊ τα λέμε, κοιμήσου τώρα.

Πού να τον πάρει όμως ο ύπνος!

Όλη την υπόλοιπη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος και με το φόβο να τον διαπερνάει σύγκορμο.

Το πρωϊ μόλις ξύπνησε η γυναίκα του, άνοιξε την πόρτα του καλυβιού και πήγε να βγεί έξω.

Πού πάς; τη ρώτησε απότομα ο τσοπάνης.

Πάω να δω το, μέρος που είδες το φάντασμα, του είπε.

Εσύ, αφού φοβάσαι, κάτσε μέσα στο καλύβι.

Αυτή η κουβέντα της γυναίκας του, ήταν μεγάλη προσβολή στον ανδρισμό του !

Το σκέφτηκε για λίγο και ξεχνώντας προς στιμή το φόβο του, της είπε: καλά θα έρθω κι’ εγώ.

Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, για τον τόπο που «ζούσε» το φάντασμα.

Μπροστά  πήγαινε η γυναίκα και πίσω σε απόσταση ασφαλείας ο τσοπάνης τσαγκά-τσαγκά και με το φόβο να έχει ξανάρθει και να κάνει την καρδιά του να χτυπάει ξανά σαν ταμπούρλο.

Όταν έφτασαν κοντά στο μέρος, η γυναίκα κοντοστάθηκε και κοιτούσε προς ένα σημείο περίεργα, αλλά δεν έδειχνε να φοβάται.

Έκανε να πλησιάσει κι’αυτός αλλά νά ! ξαφνικά φύσηξε ένας δυνατός αέρας και…….νάτο, νάτο το φάντασμα….φώναξε δυνατά ο τσοπάνης και άρχισε να τρέχει προς τα πίσω, τόσο γρήγορα όσο και τη νύχτα που το πρωτοείδε.

Ενώ τα πόδια ξαναχτύπαγαν στο κεφάλι, άκουσε πίσω

του τη γυναίκα του να του φωνάζει: γύρνα πίσω ρε χέστη, δεν είναι φάντασμα, ένα ….χάρτινο σακί είναι και το φούσκωσε απότομα  ο αέρας.

Τι ήταν; Ρώτησαν μετά και έμαθαν !

Ήταν ένα τεράστιο αερόστατο(!) που ο «ούριος»  δυτικός νυκτερινός άνεμος, το είχε φέρει τη νύχτα της Αναστάσεως από το μακρινό Λενίδι, στο…….Κοκάνι ! Χιλιόμετρα μακρυά.

Απίστευτο και όμως αληθινό !

Ένα αερόστατο που άφησαν στον ουρανό τη νύχτα της Αναστάσεως οι Λενιδιώτες, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στον ανοιξιάτικο ουρανό της Κυνουρίας, πήγε και προσγειώθηκε πίσω από τον όχτο του Κοκανιώτη τσοπάνη, που έμελε να το δει νύχτα και να το περάσει για …..φάντασμα.

Όχι μόνο είχαν δει ποτέ ξανά και οι δυό τους τέτοιο πράγμα, αλλά ούτε και ποτέ είχαν ακούσει τίποτα γι’αυτό.

Από τότε, στα χρόνια που ακολούθησαν, πότε πότε η γυναίκα του, για να τον πειράξει, του θύμιζε το » φάντασμα » και γελούσε με τον αδικαιολόγητο φόβο που τον είχε κατατρομοκρατήσει τη νύχτα εκείνη.

Αυτός όμως, κάθε φορά απαντούσε πάντα με τα ίδια λόγια: Κακομοίρα μου, δεν το είδες νύχτα εσύ και γι’αυτό δεν μπορείς να καταλάβεις τι είδα και τι ένοιωσα εγώ τότες ! Αν το είχε δει νύχτα η αφεντιά σου, θα είχες πεθάνει από το φόβο σου, ενώ εγώ….άντεξα.

Υ.Γ. Η αποτύπωση της μικρής αυτής ιστορίας στο χαρτί, είναι γραμμένη με λόγια δικά μας βέβαια, αλλά είναι όπως μας την διηγήθηκε ο πρωταγωνιστής.

Ας αποτελέσει αυτή η καταγραφή, ένα μικρό μνημόσυνο στη μνήμη όλων εκείνων των προγόνων μας που τα παλιά χρόνια ζούσαν, καλλιεργούσαν και «πλημμύριζαν» την Ελληνική ύπαιθρο με τα παιδιά τους και τα κοπάδια τους και που σήμερα η οδυνηρή απουσία τους την ερήμωσε δραματικά.

* Κοκάνι : αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός, περιοχής Πραστού.