Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΣΑΦΕΙΕΣ, ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ – ΜΕΡΟΣ Δ’

untitled

Γράδει ο  Α. κωνσταντινου

Αρχικώς, η Γραμμική Β δεν ταυτίσθηκε με καμία γλώσσα, θεωρουμένη από τον Έβανς ότι αναπαριστούσε μιαν ιδιαιτέρα προελληνική γλώσσα την οποίαν ονόμαζε «Μινωϊκή», ενώ ήταν σχεδόν απολύ- τως πεπεισμένος ότι ήταν αδύνατον να ήταν ελληνική. Πολύ αργότερον της ανακαλύψεως των πινακίδων και μετά από πάμπολλες αποτυχημένες προσπάθειες αρχαιολόγων και γλωσσολόγων, απεκρυπτογραφήθη το 1952 από τον -πρωίμως θανόντα σε τροχαίο ατύχη- μα νεαρό αρχιτέκτονα και παλαιογράφο Μάϊκλ Βέντρις (Michael George Francis Ventris). Ο Βέντρις βασιζόμενος στις μελέτες της Αμερικανίδος Alice Elizabeth Kober (40 σημειωματάρια και 180.000 χειροποίητες κάρτες) εζήτησε τη βοήθεια του κλασικού φιλολόγου και γλωσσολόγου Τζων Τσάντγουϊκ (John Chadwick) και μαζί εδημοσίευσαν το 1953 ένα ιστορικό άρθρο στο τεύχος 73 του «Journal of Hellenic Studies», σελίδες 84-111, με τίτλο «Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives».

Εκεί ερμήνευσαν με σαφήνεια 65 από τα 88 (τότε) γνωστά σύμβολά της Γραμμικής Β, διετύπωσαν τους βασικούς κα- νόνες ορθογραφίας της και έφεραν στο φως μιαν αρχαϊκή ελληνική διάλεκτο, πέντε αιώνες παλαιοτέρον από την Ομηρική Ελληνική. Η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, τα οποία αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έν- νοιες όπως άνδρας, γυναίκα, έλαιον, οίνος κλπ., καθώς και σύμβολα για την απόδοση αριθμών. Παρά το ότι τα κείμενα είναι στην πλειοψηφία τους κατάλογοι εφοδίων που εισέρχονται, εξέρχονται ή είναι αποθηκευμένα στα ανάκτορα και «τηλεγραφικές» επιγραφές εμπορευμάτων, η αξία τους ως πρωτογενείς πηγές για την θρησκεία, την διοικητική οργάνωση, την κοινωνική διαστρωμάτωση, την οικονομία και το εμπόριο της μυκηναϊκής Ελλάδος είναι τεραστία. Έως σήμερα έχει απο- κρυπτογραφηθεί περί το 87% του διατιθεμένου συνόλου των κειμένων. Επίσης έχουν κατα- βληθεί αρκετές προσπάθειες, ώστε να ερμηνευθούν και τα υπόλοιπα 17 περίπου σύμβολα, των οποίων δεν είναι γνωστή η συλλαβική αξία. Η θεωρία η οποία εφάνη ως η πλέον ολοκληρωμένη, από την άποψη της επαληθευτικής διασταυρώσεως των δεδομένων εν σχέσει με μετακινήσεις Ινδοευρωπαίων (IE) στην Εγγύς Ανατολή και στην Μεσανατολή, είναι αυτή της ελεύσεως των Ελλήνων περί το 1600 π. Χ. Επροτάθη πρώτον από τους : Georges Perrot διευθυντή της Γαλλικής Σχολής Αθηνών (Histoire de l’art dans l’Antiquite, Ιgypte, Assyrie, Perse, Asie mineure, Grece, Etrurie, Rome», ομού με τον Charles Chipiez για τους πρώτους 8 τόμους, Paris, εκδόσεις Hachette, 10 τόμοι, 1882-1914 – Tome VI : La Grece primitive και L’art mycenien, 1894), Χρήστο Τσούντα και James Irving Manatt (1845- 1915), (Tsountas, Chrestos, Irving, Manatt J., «The Mycenaean Age: a Study of the Monuments and Culture of Pre-Homeric Greece», Houghton, Mifflin and Co. Βοστώνη, 1897, με εισαγωγή του μεγάλου Δόκτορος Wilhelm Dφrpfeld) στα τέλη του 19ου αιώνος. Ο Σουηδός ελληνιστής φιλόλογος και μυθο- γράφος Martin Persson Nilsson (1874–1967), στα έργα του που εδημοσιεύθησαν το 1927 («The Minoan-Mycenaean religion and its survival in Greek religion» (= Acta Regiae Societatis Humaniorum Litterarum Lundensis. Τόμος 9), εκδόσεις Gleerup, Lund) και το 1933 («Homer and Mycenae» – Λονδίνο, εκδόσεις Methuen) προέβαλε δύο νέα, ουσιώδη και πρωτότυπα περί του ΙΕ ζητήματος επιχειρήματα, πολύ χρήσιμα στους μετέπειτα ερευνητές: Αφενός το «επιχείρημα του ηλέκτρου» (Barnsten Argumentation) δηλαδή την αιφνίδια εμφάνισή του στον ελλαδικό χώρο το 1600 π. Χ., (ένδειξη υπάρξεως επαφών με χώ- ρες του Boρρά) και αφετέρου το «επιχείρημα του ίππου» (Hast Argumentation), περί του οποίου δεν υπήρχαν ενδείξεις προγενεστέρας παρουσίας του στην Μεσόγειο γενικώς. Στην δεκαετία του 1970, οι William F. Wyatt Junior [W. F. Wyatt, Jr., «The Indo-Europeanization of Greece», σ. 89-111 στο «IndoEuropean and Indo-Europeans», Φιλαδέλφεια 1970, G. Cardona, H. M. Hoenigswald, και Alfred Senn] και James D. Muhly [J. D. Muhly, «On the Shaft Graves at Mycenae» στο «Studies in Honor of Tom Bard Jones», NeukirchenVluyn, εκδόσεις Neukirchener Verlag, 1979, με εκδότες τον Καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βορείου Ιλλινόϊς Marvin A. Powell, Jr. και τον Ronald Herbert Sack, ανατολιστή και ασσυριολόγο Καθηγητή Ιστορίας στο North Carolina State University – Raleigh, ειδήμονα της σφηνοειδούς γραφής, σελίδες 311-323] έφθασαν στο ίδιο συμπέρασμα, βασιζόμενοι στην ερμηνεία των ευρημάτων των λακκοειδών τάφων των Μυκηνών.

Παρά τις αντιρρήσεις που διετυπώθησαν κατά καιρούς (περί τάχα μινωικής προελεύσεως των κτερισμάτων και άρα προελληνικής καταγωγής των νεκρών βασιλέων), οι εκεί ενταφιασθέντες θεωρούνται Έλληνες. Ο Wyatt εσημείωνε πως δεν υπήρχαν μαρτυρίες για ελληνική γλώσσα στην Ελλάδα προ του 1600 π. Χ. Ο Muhly ετόνιζε πόσο πλούσιοι ήσαν οι τάφοι αυτοί του 1600 π. Χ. σε σχέση με την προγενεστέρα περίοδο. Οι ομοιότητες με τους θησαυρούς των Κουργκάν («τύμ- βων») της Νοτίου Ρωσίας, που θεωρούνται προγενέστεροι και ινδοευρωπαϊκοί, συνηγορούσαν υπέρ της από εκεί μετακινήσεως IE προς τις ακτές του Αιγαίου. Πιο πρόσφατα, το 1988, ο Robert Drews, βασιζόμενος στην αρχική ιδέα του Nilsson σε σχέση με την εμφάνιση του ίππου, εντοπίζει ως κλείδα της ερεύνης όχι τον ίππο αλλά το ιππήλατο πολεμικό άρμα. Με αρκετά πειστικά επιχειρήματα οδη- γεί στην ταύτιση του άρματος με τους IE, υπόθεση που αν είναι σωστή, οδηγεί στο συσχετισμό IE Ελλήνων και της μετακίνησης του 1600 π. Χ. Η κατάληξη των θεωριών περί αποτόμου εμφανίσεως των Ελλήνων κατά τον 17ο π. Χ. αιώνα ανατρέπει τον τύπο της μαζικής μεταναστεύσεως ποιμένων και οδηγεί στην αποδοχή μιας εισβαλούσης πολεμικής κοινωνίας που επεβλήθη στους προγενεστέρους και, κατά τα φαινόμενα, πολυπληθεστέρους κατοίκους.

Η πλέον πρόσφατη θεωρία (από την δεκαετία του 1950) βασίζεται στα ίχνη της γενικευμένης καταστροφής η οποία φαίνεται ότι έπληξε ισχυρότατα τον πολιτισμό της Μέσης Πρωτοελλαδικής Περιόδου το 2100 π. Χ., δεχόμενη και την εισβολή του 1900 π. Χ. ως ένα δεύτερο κύμα. Ο διάσημος Αμερικανός αρχαιολόγος και κλασικιστής λόγιος John «Jack» Langdon Caskey (1908–1981) που διηύθυνε την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών των Αθηνών (1949–1959) και ήταν Καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι ομίλησε για ένα λαό «όμοιο» με τον ελληνικό, ακολουθούμενο από έναν δεύτερο λαό, δύο αιώνες μετά, σαφώς ελληνικό αυτή τη φορά.Παρόμοια άποψη υιοθέτησε και ο Σακελαρίου στο 350 σελίδων βιβλίο του «Peuples prehelleniques d’origine Indoeuropιenne», Aθήνα 1977, της Εκδοτικής Αθηνών. Είναι προφανές ότι η θεωρία της ελεύσεως των προγόνων μας το 2100 π.Χ. έχει το πλεονέκτημα της προσπαθείας συμβιβασμού και συναρμογής των πολλαπλών ενδείξεων όσον εφάνησαν αρχικώς σε όλους τους οικισμούς που διερευνήθησαν. Βεβαίως αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί η κατοίκηση του ελλαδικού χώρου, από αμνημονεύτων χρόνων, από τους πανταχού παρόντες στην ελληνική παράδοση Πελασγούς και Λέλεγες. Παρόντες, διότι με αυτούς ταυτίζονται πολλοί από τους μυθικούς γενάρχες φυλών και διότι εμπλέκονται σχεδόν σε κάθε μύθο που προηγείται των μύθων των «Ηρώων».

Για τους πρώτους Ινδοευρωπαϊστές ήταν αναντίρρητο πως επρόκειτο για προελληνικούς λαούς, αλλά οι απόψεις για το ποιοι ήταν ακριβώς απέκλιναν σημαντικά. Ο Johann Samuel Heinrich Kiepert ήδη από το 1861 ομιλούσε για αυτόχθονες, συγγενείς των Ιλλυριών. Ο Κarl Wilhelm Deimling ένα χρόνο μετά (1862) τους τοποθετούσε στη νοτιοδυτική Μικρά Ασία (όπως ανέφεραν και οι ελληνικοί μύθοι). Το επόμενον έτος, ο Georg Friedrich Unger («Hellas in Thessalien» – Philologus, supplement ii., Goettingen : Dieterich 1863), τους εθεώρησε Φοίνικες, ερμηνεύων την παράδοση ως μαρτυρία περί φοινικικής καταγωγής των προελληνικών φύλων, ενώ ο πολύς Curtius αντελαμβάνετο μια φάση «λελεγιακή» του πελασγικού-αιγιακού πολιτισμικού πλαισίου (Griechische Geschichte. (Βερο- λίνο 1878, τόμος 1). Αίνιγμα επίσης αποτελεί το κατά πόσον οι Πελασγοί και οι Λέλεγες αυτοαπεκαλούντο με τα εν λόγω εθνικά ονόματα. Ενώ κάποιοι θεωρούν ότι γλωσσολογικώς τα ονόματα αυτά δεν είναι ελληνικά, άλλοι υποστηρίζουν πως τις ονομασίες αυτές τους τις απέδωσαν αργότερον οι Έλληνες. Μία ενδιάμεση άποψη στηρίζεται στον ιστορικό, γραμματικό και μυθογράφο Απολλόδωρο τον Αθηναίο (180 π. Χ.–110 π. Χ.) που επίστευε πως οι λαοί αυτοί έγιναν γνωστοί με τα ονόματα των μυθικών γεναρχών-βασιλέων τους, του Πελασγού και του Λέλεγες.

Πηγή: Εφημερίδα «Εμπροσ