“ΝΟΜΟΣ” ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΙΑ: ΠΟΙΑ ΑΞΙΑ ΕΧΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ;

skitso-world_war__article

Άρθρο της διευθύντριας της εφημερίδας «Εμπρός», Ειρήνης Δημοπούλου – Παππά στην στήλη «Εγέρθητι»

Ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη» έθεσε το παιδαγωγικό δίλημμα του ανθρώπου απέναντι στον Νόμο, δίνοντας μορφή στην ουσία της Πολιτικής. Η στάση του Ανθρώπου απέναντι στον Νόμο, δηλαδή στην Εξουσία, είναι το απόσταγμα της Πολιτικής. Οι σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, ιδιαιτέρως αυτές του Βορά, οι υπάκουες, οι προγραμματισμένες με ακρίβεια λεπτοδείκτη, προβάλλονται επί δεκαετίες ως πρότυπα έναντι ημών των απειθάρχων. Υπήρχε λόγος. Η επιλογή της Αντιγόνης, η αλήθεια του μύθου την οποίαν διδάσκει ο Σοφοκλής, έχει κόστος. Μα κόστος έχει και για τον Κρέοντα, κι αν παρακολουθήσουμε την συλλογιστική του ποιητή, ακόμη βαρύτερο και από αυτό της Αντιγόνης. Η υπεροχή της ηθελημένης επιλογής της, ανυψώνεται εμπρός στην αθέλητη διαδοχή της τραγωδίας για τον Κρέοντα.

Θα κολακεύαμε όμως χωρίς λόγο τους σημερινούς πολιτικούς, εάν τους τοποθετούσαμε στην ίδια αφετηρία με τον Κρέοντα. Ας πάμε λοιπόν στην αφετηρία του συλλογισμού. Πριν από λίγες μέρες ήρθε προς ψήφιση στην Βουλή ένας εκλογικός νόμος. Ούτε η αρχή ούτε το τέλος του κόσμου, ήταν, αλλά έγινε μέγα ζήτημα από τα Μέσα, ένα προπέτασμα καπνού την ώρα που ο εθνικός πλούτος ξεπουλιέται στους τοκογλύφους και το έθνος παρακολουθεί απαθές το θρίλερ της δολοφονίας του. Ο νόμος θα αλλάξει, γιατί οι νόμοι συμβαίνει να αλλάζουν κατά την βούληση των πλειοψηφιών που διαμορφώνονται. Σε αυτό το παιχνίδι αρνήθηκε να συνηγορήσει η Χρυσή Αυγή.

Ποια σημασία έχει ένας εκλογικός νόμος όταν τα κόμματα δεν συμμετέχουν ισότιμα στην διαδικασία; Όταν η φωνή της τρίτης πολιτικής δύναμης της χώρας δεν έχει πρόσβαση στα ΜΜΕ επειδή «έτσι θέλουν» κάποιοι δημοσιογράφοι και καναλάρχες, καναλάρχες «δεμένοι» με χρέη και δάνεια που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπληρώσουν και δημοσιογράφοι που προπαγάνδιζαν τον παράδεισο του ευρώ και εν συνεχεία του μνημονίου, κάποιοι λένε «με το αζημίωτο». Τι άλλο από βία, ωμή και εξόφθαλμη βία είναι η φίμωση των εκλεγμένων εκπροσώπων του Έθνους στους οποίους απαγορεύεται να μετακινηθούν από την Αθήνα, και δεν τους επιτρέπεται να ομιλούν σε συγκεντρώσεις του κόμματός τους; Απέναντι σε αυτήν την βιαιότητα πώς μπορούμε να αρνηθούμε στους ανθρώπους το δικαίωμα να αντισταθούν; Αλλά με ποιο τρόπο; Μερικές φορές οι καταστάσεις γίνονται τόσο ανυπόφορες που οι ηθικές βεβαιότητες δεν έχουν πλέον νόημα.

Όταν Έλληνες αντιμετωπίζονται ως μη έχοντες δικαίωμα να ομιλούν, ως «λιγότερο βουλευτές» και όσοι τους εξέλεξαν ως «λιγότερο πολίτες», η απάντηση αρχίζει να εμφαίνεται. Οι κυρίαρχες ομάδες έχουν το προνόμιο κάτω από συνθήκες φίμωσης, παραπληροφόρησης και χειραγώγησης της κοινής γνώμης να δαιμονοποιούν τους «λιγότερο πολίτες». Αυτή η νομιμοποιημένη βία είναι ακόμη πιο επαχθής από την σωματική βία, την οποίαν υπέστησαν ο Αρχηγός και οι δημοκρατικά εκλεγμένοι βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Η εκλογίκευση τούτης της βίας, βάζει το επιχείρημα πως αν ένας άνθρωπος φοράει μαύρη μπλούζα, είναι νόμιμο να εξοντωθεί πολιτικά και βιολογικά. Αυτό έκαναν το φθινόπωρο του 2013 άνθρωποι της εξουσίας με ονοματεπώνυμο, με ευθύ αποτέλεσμα την δολοφονία του Γιώργου Φουντούλη και του Μανώλη Καπελώνη. Η λυμφατική βία αυτή είναι που πρέπει να βάλει σε συναγερμό τα αντανακλαστικά μας, γιατί αυτήν την βία επιχειρούν να νομιμοποιήσουν.

Εκείνοι που μέμφονται την χρήση βίας για τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, είναι οι ίδιοι που την επιβάλλουν εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, και στηρίζονται από τον αντιπολιτισμό της παγκοσμιοποιητικής επιβολής. Στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση την οποίαν υπηρετούν τα κόμματα του καταστροφικού μνημονιακού τόξου, τα έθνη-κράτη εργάζονται για το συμφέρον του διεθνούς κεφαλαίου μέχρι να στραγγιστούν από την τελευταία τους ικμάδα. Η Δημοκρατία υποβιβάζεται σε μέτρημα κεφαλών. Το καθεστώς αποτρέπει την πληροφόρηση και την καλλιέργεια της κρίσης των πολιτών. Στην παγκοσμιοποιητική κοινωνία το κράτος βρίσκεται παγιδευμένο στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και των εκπροσώπων της. Σε αυτό το καθεστώς της εξουσιαστικής βίας, η άσκηση βίας εκ μέρους των πολιτών είναι καταδικάσιμη αλλά ουδείς μπορεί να βεβαιώσει πως δεν θα ξεσπάσει. Επί του παρόντος η αντίσταση είναι αναίμακτη αλλά για να επιτύχει πρέπει να έχει αντίληψη των οικονομικών παραμέτρων, ώστε να απαιτήσει και να επιτύχει την απορρύθμισή τους. Είναι κάτι που εμείς οι Εθνικιστές πρέπει να μάθουμε, ακόμη και αν περιφρονούμε την Οικονομία των χρηματιστηρίων κι απάνω τους να αντιπαρατεθούμε στην βία του αχαλίνωτου καπιταλισμού ενάντια στις κοινωνίες μας.

Για ποιους νόμους όμως μπορούμε να μιλάμε και για ποιο σεβασμό νόμων επιβεβλημένων από τα κέντρα της Νέας Τάξης, και της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης; Όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση των Ελλήνων Εθνικιστών της Χρυσής Αυγής, οι πλέον κατάφορες παραβιάσεις του Νόμου λαμβάνουν χώραν εντός των ιδίων των πλαισίων του Νόμου. Σε μια κοινωνία στην οποία αρνούνται το δικαίωμα να «ασκηθεί στην ελευθερία» η βία καταλαμβάνει κάθε μορφή έκφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης. Προπαγανδίζοντας την ίδια του την βία, το σύστημα της Παγκοσμιοποίησης και τα όργανά του, ωραιοποιούν την αστική πενία, κατασκευάζοντας ζωντανά σενάρια μιας παρακμιακής κοινωνίας στην οποίαν την θέση των δωρικών ναών καταλαμβάνουν οι υπόνομοι, και τους φωτεινούς θεούς, δύσμορφα δαιμόνια, τεκμήρια βίαια κατασκευασμένης πραγματικότητας, συμπτώματα της βαθύτατης κοινωνικής αδικίας που το καθεστώς επιδιώκει να γίνει όχι μόνον αποδεκτή αλλά και επίζηλη.

Οι «δημοκράτες» μιλούν για ανάπτυξη εννοώντας την βίαιη βελτιστοποίηση των κερδών και την μείωση του κόστους παραγωγής σε βάρος των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, το επιδιωκόμενο είναι η αειφόρος υπανάπτυξη, το να κρατιέται η κοινωνία νεκροζώντανη, κρεμάμενη από την φιλανθρωπία πλουσίων κυριών και οργανώσεων, δούλα ψυχή τε και σώματι. Αντιμέτωποι με αυτές τις μεθοδεύσεις οι πολίτες, αφού βρίσκονται εξ αντικειμένου απέναντι στις δυνάμεις καταστολής τις οποίες διαθέτει και ενεργοποιεί κατά βούλησιν το κράτος, είναι υποχρεωμένοι να αντισταθούν εφαρμόζοντας μια αντίσταση έξυπνη, έναν ευφάνταστο και απρόβλεπτο ακτιβισμό και, κυρίως, το σαμποτάζ του συστήματος με τρόπο που να δρα αποτελεσματικά υπέρ του λαού.

Πώς λοιπόν θα αντισταθούμε; Αυτοχειριαζόμενοι σαν την Αντιγόνη; Δεν το αποκλείω, όταν ο λαός θα είναι έτοιμος να συνταραχθεί από το μεγαλείο της θυσίας. Στο μεταξύ, είναι αναγκαίο να αναπτυχθεί ένα πλέγμα τεχνικών που θα χρησιμοποιούν τις μεθόδους της Παγκοσμιοποίησης ως απάντηση στην κρατική αυθαιρεσία, στην εξαφάνιση του κράτους πρόνοιας, και στην αφαίρεση από τον ελληνικό Λαό στοιχειωδών δικαιωμάτων όπως αυτού της πρόσβασης στις δομές υγείας. Επειδή ακριβώς το εκλογικό σώμα επιδιώκεται να παραμείνει απαίδευτο και απληροφόρητο, το καθεστώς μας αφήνει την προνομιούχο δυνατότητα να μπούμε στον λόγο που επικρίνουμε, και να τον αντιστρέψουμε δουλεύοντας μέσα από τα επιχειρήματά του.

Αυτά τα νοητικά εργαλεία που χτίστηκαν από τις δομές του συστήματος πάνω στις πλάτες των ανθρώπων εδώ και εκατοντάδες χρόνια, πρέπει να τα κάνουμε δεύτερη φύση μας ώστε να σκεφτόμαστε κατά βούλησιν όπως εκείνο. Αυτό το νοητικό παιχνίδι έχουν την ικανότητα να το πράξουν δυο μεγάλες κοινωνικές ομάδες: οι εργαζόμενοι εξαρτημένης εργασίας (υπάλληλοι-εργάτες-δούλοι), και οι γυναίκες. Αυτές οι δύο ομάδες, προκειμένου να επιβιώσουν, έχουν μάθει να εσωτερικοποιούν την επιθυμία των «αφεντικών» τους, να σκέφτονται και να νιώθουν όπως εκείνα, και να εκμεταλλεύονται την γνώση αυτή για την δική τους επιβίωση. Η συστηματική παράκαμψη της πληρωμής των φόρων είναι μια τέτοια ενσωμάτωση της σκέψης του κράτους- αφεντικού και δηλώνει την απάντηση του εργάτη-δούλου που του ρουφούν το αίμα με αυθαίρετους φόρους και επαναλαμβανόμενες εξαναγκαστικές εισφορές.

Το ρεύμα υπέρ της Χρυσής Αυγής στις λεγόμενες «υποβαθμισμένες περιοχές» και τα αποκαλούμενα «χαμηλά στρώματα» αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Εάν η χωρίς κοινωνικό έρεισμα, οικονομικά κυρίαρχη, πραξικοπηματικά άρχουσα τάξη αρπάζει για τον εαυτό της το δικαίωμα να ηγεμονεύει δια της βίας, κατασκευάζοντας ή καταπατώντας τον Νόμο, χρησιμοποιώντας εξαναγκασμό, χειραγώγηση και βία, τότε γιατί να μην την αγνοήσουμε, περιφρονώντας την υποκριτική φιλανθρωπία της εξουσίας;