Ο ΤΣΙΠΡΑΣ, ΩΣ «ΕΝΩΤΙΚΟΣ» ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, ΤΙΜΗΣΕ ΤΟΝ ΣΦΑΓΕΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΜΟΡΙΤΟΠΟΛΕΜΟΥ;

 mpelogiannhs

Γράφει ο Θοδωρής Τσέλας.
 
Δεν γυρνάμε πίσω, αλλά στον καιρό των δειλών και των προσκυνημένων, μένουμε όρθιοι και δεν ξεχνάμε. ΔΕΝ γίνεται να ξεχάσουμε! 

Ένα Έθνος, όπου εμπρός μας στέκει αλύγιστη αλλά και αζήτητη η γνώση απέναντι στην Ελληνική Νεολαία και πίσω ακολουθούν οι Αγέννητοι κι οι Νεκροί!

 

Αυτή την μνήμη την χρωστάμε σε ανθρώπους που θυσιάστηκαν, που πόνεσαν και τελικά χάθηκαν από την μισαλλοδοξία κάποιων «αγωνιστών» σαν τον «άνθρωπο με το γαρύφαλλο» που δυστυχώς τίμησε ο πρωθυπουργός της χώρας και «όλων των Ελλήνων» σε μια επίδειξη άκρατου νεομπολσεβικισμού που γυρνάει την χώρα πολλά χρόνια πίσω.

Iδού το αδιανόητο και βαθιά διχαστικό μήνυμα για τον Νίκο Μπελογιάννη που ανάρτησε σήμερα στα κοινωνικά δίκτυα ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας:

«Σαν σήμερα, το 1952, ο Νίκος Μπελογιάννης και τέσσερις σύντροφοί του κομμουνιστές, εκτελέστηκαν, μετά την καταδίκη τους για κατασκοπεία, σε μία δίκη που κέντρισε το διεθνές ενδιαφέρον».

«Νίκος Mπελογιάννης: «Αγωνιζόμαστε για να δημιουργήσουμε νέους χρόνους & εποχές, στο μπόι των ονείρων μας…»» έγραψε ο Αλέξης Τσίπρας στο λογαριασμό του στο Twitter, και ανέβασε μια φωτογραφία από τη δίκη.

Ιδού όμως ποιος ήταν πραγματικά ο Νίκος Μπελογιάννης.


MELIGALAS

Γράφει ο Γ. Δημητρακόπουλος

 
Είναι Σεπτέμβριος του 1944.

Στις 4 του μηνός, τα γερμανικά στρατεύματα αποχωρούν από την Μεσσηνία και τους γειτονικούς νομούς Λακωνίας και Ηλείας, με κατεύθυνση την Τρίπολη και την Κόρινθο. Την πόλη των Καλαμών υπεράσπιζε δύναμις 600 ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας και 200 της Ε.Β. Χωροφυλακής, υπό την διοίκηση του Νομάρχου Δημητρίου Περρωτή. Την επομένη ημέρα, οι κομμουνισταί ζώνουν την πόλη. Επικεφαλής τους είναι ο απεσταλμένος του κόμματος από την Αθήνα, Νίκος Μπελογιάννης, που ζητά επιτακτικά την παράδοση της πόλεως. 
Ο Νομάρχης, με την συναίνεση των υπολοίπων τοπικών παραγόντων, αρνήθηκε ρητά και κατηγορηματικά. Έτσι, τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου, τα κόκκινα θηρία χίμηξαν στην Καλαμάτα. Η υπεροχή τους σε έμψυχο υλικό, σε πυροβολικό και σε βαρέα όπλα ήταν συντριπτική. Μοιραία, λοιπόν, μέχρι το βράδυ τα περισσότερα φυλάκια και οι συνοικίες της πόλεως έπεσαν στα χέρια του εχθρού. Ως τα μεσάνυχτα είχε μείνει απόρθητη η περιοχή του κέντρου της Καλαμάτας, όπου ευρισκόταν η Διοίκηση Χωροφυλακής. Εκεί, λοιπόν, είχαν συγκεντρωθεί οι αρχές, οι εναπομείναντες μαχητές και πολλοί τρομοκρατημένοι πολίτες. Ο κλοιός έσφιγγε συνεχώς γύρω τους. Οι ώρες ήταν κρίσιμες και οι αποφάσεις δεν είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν. Μετά από σύσκεψη, αποφασίστηκε ομοφώνως η απελπισμένη έξοδος των δυνάμεων προς τον σιδηροδρομικό σταθμό και από κει η αναχώρηση προς τον ελεύθερο Μελιγαλά. Πράγματι, μετά από λίγο έγινε η έξοδος και περίπου 1.000 εθνικισταί κατάφεραν να φθάσουν στον Μελιγαλά. Εκεί θα δινόταν η κρίσιμη μάχη!

Η μάχη άρχισε στις 13 Σεπτεμβρίου, με μια μανιασμένη μαζική επίθεση των ορδών του Άρη Βελουχιώτη. Η άμυνα του ηρωικού Μελιγαλά ήταν πολύ καλά οργανωμένη. Περίπου 700 μαχητές ήταν κατανεμημένοι σε διάφορα οχυρά σημεία και αμύνονταν με τον παραδοσιακό ελληνικό τρόπο. Επικεφαλής των εθνικών δυνάμεων ήταν ο ταγματάρχης Δ. Παπαδόπουλος. Ο απολογισμός της πρώτης ημέρας της μάχης, ήταν αρνητικός για τους συμμορίτες, εφόσον όχι μόνον αποκρούστηκε η επίθεσή τους, αλλά ετράπησαν και σε άτακτη φυγή μετά από την αντεπίθεση των εθνικιστών, ενώ κυριεύθησαν 12 οπλοπολυβόλα τους.

Την επομένη, ανήμερα του Σταυρού, οι συμμορίτες πραγματοποιούν νέα επίθεση, ενισχυμένοι με βολές πυροβολικού και όλμους. Ωστόσο, η άμυνα του Μελιγαλά καλά κρατεί. Αλλά, με σημαντικές απώλειες: 9 νεκροί και 23 τραυματίες. Το βράδυ της ιδίας, γίνεται ένας πρόχειρος απολογισμός και διαπιστώνεται ότι τα πυρομαχικά εξαντλούνται. Είναι φανερό, πως οι επόμενες ώρες αναπόφευκτα θα είναι οι τελευταίες για την άμυνα της κωμοπόλεως. Ωστόσο, κανείς δεν δειλιάζει και δεν κουνιέται από τη θέση του. Τηρώντας πιστά την πανάρχαια ελληνική πολεμική παράδοση, οι εθνικιστές είναι αποφασισμένοι να πέσουν μέχρι ενός!

Η επίθεση των συμμοριτών αρχίζει πρωί-πρωί στις 15 Σεπτεμβρίου. Οι υπερασπιστές της κωμοπόλεως και της τιμής του Έθνους ρίχνουν τα τελευταία φυσίγγιά τους. Οι πολιορκητές του Μελιγαλά, κρίνοντας από την συχνότητα των πυροβολισμών, καταλαβαίνουν ότι τα πυρομαχικά των εθνικιστών όπου να’ ναι τελειώνουν και πυκνώνουν τις επιθέσεις τους. Παράλληλα, δουλεύει και το χωνί, το οποίο ουρλιάζει: «παραδοθείτε, ο αγώνας σας είναι μάταιος. Ο Άρης σας δίνει το λόγο της τιμής του, δεν θα σας πειράξει κανείς». Αν είναι δυνατόν να έχουν τιμή οι άτιμοι…

Κατά το μεσημέρι, ο επικεφαλής των εθνικών δυνάμεων Δ. Παπαδόπουλος, που τρέχει από φυλάκιο σε φυλάκιο για να εμψυχώσει τους αμυνομένους, τραυματίζεται βαριά στην κοιλιακή χώρα και αποσύρεται από την μάχη. Ήταν η αρχή του τέλους. Στις 12:30, σταματάει το τουφεκίδι. Τα πυρομαχικά τελείωσαν! Λίγη ώρα αργότερα, οι συμμορίτες μπαίνουν στον Μελιγαλά! Πρώτος τους στόχος το νοσοκομείο. Εκεί κατασφάζουν όλους τους τραυματίες, 41 τον αριθμό. Ακολουθούν επιλεγμένες σφαγές σημαινόντων εθνικιστών παντού, στους δρόμους, στις πλατείες, στα σπίτια κ.τ.λ.

Εν συνεχεία, συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους και τους μαχητές σ’ έναν περιφραγμένο χώρο με υψηλή μάντρα, στο επονομαζόμενο «Μπεζεστένι». Τους υποχρεώνουν να βγάλουν τα ρούχα τους (εκτός από το εσώρουχο) και τα παπούτσια τους και τους κρατούν εκεί ημίγυμνους, άρα πλήρως εξουδετερωμένους. Έξω από την μάντρα μαζεύονται συμμορίτες που έχουν προσέλθει από άλλες περιοχές και σαν λυσσασμένα όρνεα μπαίνουν μέσα και αρπάζουν όποιον βάζουν στο μάτι. Τον βγάζουν έξω από το «Μπεζεστένι» και τον σφάζουν αμέσως, εκεί μπροστά στα μάτια όλων, υπό τις σπαρακτικές κραυγές των πανικοβλημένων γυναικοπαίδων. Ο αιμοχαρής «αρχικαπετάνιος», παρακολουθεί τις σκηνές καβάλα στ’ άλογό του (για να έχει πλήρη οπτική επαφή) και γελά με σαδιστική μανία. Γελά με το μαρτύριο των Ελλήνων και παροτρύνει όσους βλέπει διστακτικούς να πάρουν κι αυτοί από έναν «μεζέ». Ανθρώπινο «μεζέ»! Η πλήρης αποκτήνωσις!

Την ίδια ώρα, άλλοι κομμουνισταί, οι έχοντες τις μεγαλύτερες ικανότητες κατσαπλιαδισμού, μπαίνουν στα άδεια σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν. Μόλις τελειώνουν το απίστευτο όργιο λεηλασίας, βάζουν και φωτιά! Οι εντολές που έχουν πάρει από τον διεστραμμένο αρχιεγκληματία Βελουχιώτη είναι σαφείς: Να μην μείνει στον Μελιγαλά λίθος επί λίθου! Φωτιά και μαχαίρι!

Το σχέδιο εξοντώσεως των Ελλήνων προχωράει ταχύτατα παραπέρα. Μετά από μια σύντομη προσωπική επιθεώρηση των χώρων γύρω από τον Μελιγαλά, ο διεστραμμένος κτηνάνθρωπος Βελουχιώτης εντοπίζει το κατάλληλο χώρο για την σφαγή. Πρόκειται για μια δεξαμενή βάθους 16 μέτρων και πλάτους 4, ένα ημιτελές έργο προς ύδρευση του Μελιγαλά, με την ονομασία «Πηγάδα», που ευρίσκεται στα νοτιοδυτικά της κωμοπόλεως. Επιστρέφει στο «Μπεζεστένι», μαζεύει τους συμμορίτες του και τους αποκαλύπτει το σχέδιό του, που αμέσως μετά μπαίνει σε εφαρμογή. Οι κρατούμενοι, δένονται τρεις-τρεις με καλώδια και σύρματα και μόλις φθάσουν την μια εκατοντάδα οδηγούνται πεζοί προς τον τόπο του μαρτυρίου τους, ο οποίος απέχει κοντά στα 2 χιλιόμετρα. Όποιος κοντοστέκεται χτυπιέται άγρια από τους συνοδούς με βούρδουλες, όποιος πέφτει μαχαιρώνεται επιτόπου, μαζί με τους συνδεσμώτες του. Στο δρόμο, μανιασμένοι κομμουνισταί ουρλιάζουν υστερικά: Θάνατος! Θάνατος στους φασίστες!

Στο χείλος της «Πηγάδας», περιμένουν οι δήμιοι. Είναι οι πιο φανατισμένοι, οι πιο άγριοι, οι πιο αξιόπιστοι κομμουνισταί, αυτοί που δουλεύουν καλά το μαχαίρι και το κονσερβοκούτι, οι πιο πεπειραμένοι χασάπηδες του ελληνικού λαού. Μόλις φθάσουν εκεί, οι συνοδοί λύνουν τους κρατουμένους, κι ένας-ένας οδηγείται στο στόμιο της «Πηγάδας». Οι σφαγείς, με σβέλτες κινήσεις πιάνουν τα θύματά τους από τα μαλλιά και τους χαράζουν βαθιά στο λαιμό. Μετά, τους πετάνε μέσα στην Πηγάδα. Οι πρώτοι σφαγιασθέντες πεθαίνουν αμέσως λόγω της πτώσεως. Μόλις ο πυθμένας γεμίζει με πτώματα, τα υπόλοιπα θύματα πέφτουν ημιθανή πάνω τους και αργοπεθαίνουν με φρικτό τρόπο. Διαρκώς, νέα πτώματα προστίθενται στον σωρό.

Η μεγάλη ανθρωποσφαγή διαρκεί τρεις ολόκληρες ημέρες. Ο απολογισμός θλιβερός: 1.000 Έλληνες πατριώτες, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, ρίχτηκαν στην «Πηγάδα». Αν υπολογίσουμε και άλλους 500 περίπου, που εδολοφονήθησαν σε άλλα σημεία, φθάνουμε στα 1.500 θύματα, βορά στις εγκληματικές ορέξεις των προφυλακών του πανσλαβισμού!

Αυτή είναι εν ολίγοις, αγαπητοί μου αναγνώστες, η ιστορία ενός πρωτοφανούς στην ελληνική ιστορία εγκλήματος των κομμουνιστών. Η Ελληνική Πολιτεία, έκανε το χρέος της έως το 1974. Μετά, η ετησία εκδήλωσις τιμής και μνήμης των αγρίως σφαγιασθέντων εθεωρήθη «γιορτή μίσους» και γίνεται χωρίς την παρουσία εκπροσώπων του κράτους και των κομμάτων του «κοινοβουλευτικοί τόξου». Ευτυχώς, χάρις εις την συνεχή παρουσία των αγωνιστών της Χρυσής Αυγής και των συγγενών των θυμάτων, το μνημόσυνο γίνεται κανονικά. Εφέτος, είναι μια ξεχωριστή χρονιά. Επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια εισήλθε στην βουλή ένα κόμμα ακραιφνώς εθνικιστικό και η ενισχυμένη παρουσία του θα δώσει άλλο χρώμα στην ετησία εκδήλωση του Μελιγαλά και θα αγαλλιάσουν οι ψυχές των υπέρ πίστεως και πατρίδος πεσόντων. Γυρίζει σιγά-σιγά αγαπητοί μου ο τροχός, ξυπνά ο γίγας Ελληνισμός, κι εκεί που είχαμε απογοητευθεί πλήρως βλέπουμε ξαφνικά ένα εκτυφλωτικό φως να φωτίζει το μέλλον της φιλτάτης πατρίδος μας. Είναι το φως της Χρυσής Αυγής του Ελληνισμού και είναι χρέος όλων μας να το ακολουθήσουμε!

_________________________________________________________________________________

ΝΑΟΥΣΑ 1949, ο Μπελογιάννης μακελεύει τον πληθυσμό.

Άλλη μιά αιματηρή σελίδα, άλλη μιά σφαγή στο πανδαιμόνιο του μαρξιστικού τέρατος που χύμηξε στην πατρίδα μας. Στη Νάουσα αυτή τη φορά, όπου πρωτοστάτησε στη σφαγή -όπως και στον Μελιγαλά- ο «ήρωας» των αριστερών Νίκος Μπελογιάννης.Αγριότητα και φρίκη που κανείς δεν μπορεί να πιστέψει οτι έγινε απο έλληνες, ακόμα περισσότερο οτι συνέβη μόλις πριν λίγες δεκαετίες! Πού κρυβόταν τόσος σαδισμός και τέτοιο μίσος προς τον συνάνθρωπο; Δεν κάνουν λάθος αυτοί που πιστεύουν οτι ο Κομμουνισμός είναι σατανική δύναμη που τρελλαίνει αυτούς που τον αποδέχονται. Τα γεγονότα το αποδεικνύουν και εδώ αλλά και σε όλον τον κόσμο. Ας σκεφτεί ο καθένας τί θα συνέβαινε αν αυτοί οι μακελάρηδες είχαν νικήσει. Όχι, δεν θα γινόμασταν Βουλγαρία και Αλβανία όπως πολλοί λένε. Στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα μας θα γινόταν Καμπότζη…

Τα γεγονότα στην Νάουσα τα περιγράφει το βιβλίο «ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΩ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ».
Το έγραψε ο Δημήτριος Θεοχαρίδης, ο οποίος διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση Κ.Τσαλδάρη.
Το βιβλίο βρίθει απο περιγραφές των σφαγών των κατοίκων απο τους κομμουνιστές, εγώ θα παραθέσω τη σφαγή των Χωροφυλάκων στη χαράδρα της Παληομπούκαινας:
—————————————————————-

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΩΝ

«Αφού ολοκληρώθηκε ή κατάληψη τής Νάουσας καί οί Έλασίτες σέ μικροομάδες έπεδόθησαν στό έργο τής λεηλασίας τών περιουσιών τών κατοίκων της, μιά διμοιρία οπλισμένων μέ αύτόματα κατευθύνθη στό σπίτι τού Μπακαλιοϋ. ‘ Εκεί σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού έδωκαν οί άνδρες τοϋ έφεδρικοϋ ΕΛΑΣ, είχαν καταφύγει οί χωροφύλακες τής Ύποδιοικήσεως καί τού Τμήματος «Ασφαλείας Πυροβολώντας μέ αύτόμα­τα τό κτίριο εισήλθαν στό έσωτερικό του καί άφοΰ άφόπλισαν τούς λίγους χωροφύλακες πού έφεραν ακόμη τά άδειανά πιστόλια τους άρχισαν νά τούς δένουν άνά δύο. Έδεσαν άκόμη καί τούς βαρειά τραυματισμένους άνδρες τής χωροφυλακής Πέτρο Ξανθόπουλο, Χαραλ. Χριστοδουλίδη καί Νικόλαο Νικολόπουλο. Δυό άλλους χωροφύλακες ό ένας μέ θρυμματισμέ­νη τήν πλάτη καί ό άλλος μέ σπασμένα τά πόδια του, τούς φόρτωσαν σ’ ένα άλογο. Τούς δύο τελευταίους τούς οδήγησαν στή θέση Παληομπούκαινα καί τούς κατέσφαξαν άμέσως κατά τόν άγριώτερο τρόπο.


Οπλίτες τής Χωροφυλακής μέ τούς αξιωματικούς τους. Από όλους αυτούς έζησαν τέσσερις

Είχαν άπομείνει είκοσιένας χωροφύλακες στόν τόπο τής συγκεντρώ­σεως, όταν κατέφθασε ό Θεοχαρόπουλος συνοδευόμενος άπό τούς Καπεταναίους τοϋ Δ.Σ. Ήρθε άργότερα καί ό Μπελογιάννης μέ έντολή τοϋ όποιου όδηγήθησαν οί δεσμώτες στήν Παληομπούκαινα. Τήν ώρα πού ή φάλαγγα τών χωροφυλάκων ξεκινούσε, δυό Έλασίτες έφεραν τραυματι­σμένο τόν δασοφύλακα Δημήτριο Πέκκα. Ένώ έδεναν τά χέρια του μέ συρματόσχοινο, οί Έλασίτες οδηγούσαν στήν Παληομπούκαινα καί άλλους έννέα χωροφύλακες. Όλων οί στολαί ήταν σχισμένες καί οί περισσότεροι έφεραν τραύματα σέ όλο τους τό σώμα.

Στήν Παληομπούκαινα έφθασαν έν τώ μεταξύ καί κομματικοί ύπεύθυνοι τής τοπικής όργανώσεως. Οί δυό άπ’ αύτούς φορούσαν μάσκες. Οί Καπεταναίοι τού Δημ. Στρατού καί οί νεοελθόντες κομματικοί άρχισαν τό έργο τής έπιλογής. Πρώτον πήραν τόν άνθυπασπιστή Αλέξανδρο Φωκέα. Βλέποντας ότι ή τύχη του ήταν καθορισμένη, θέλησε πρός στιγμήν νά δελεάση τούς τρείς Έλασίτες πού τόν πήραν γιά έκτέλεση. Βγάζοντας άπό τήν τσέπη του μιά δεσμίδα δολλαρίων – πού τοϋ έστελνε άπό τήν Αμερική τακτικώτατα ό έκεϊ διαμένων πατέρας του – παρεκάλεσε τούς δήμιους του νά τού χαρίσουν τήν ζωή.
Ταυτόχρονα τούς παρέδωσε καί τά δολλάρια. Τά μέτρησαν οί δήμιοι καί καταχαρούμενοι γιά τό άπόκτημά τους, άρχισαν νά κτυπούν μέ τά μαχαίρια τους τόν Φωκέα. Ήταν σχεδόν νεκρός όταν οί δύο άπό τούς Έλασίτες άδειασαν στό πρόσωπο του τίς σφαίρες τών πιστολιών τους. «Υστερα κλώτσησαν τό άψυχο σώμα του, γυρίζοντας πρός τόν τόπο όπου ήταν συγκεντρωμένοι οί μελλοθάνατοι.

Οί δυό μασκοφόροι παρέδωσαν στούς δήμιους τόν Ένωματάρχη Γεώργιο Καπετανάκη καί τόν Ύπενωματάρχη Χρήστο Μητρόπουλο. Δεμένοι κι αύτοί μέ άγκαθωτό σύρμα σύρθη­καν μέ βιαιότητα στό ανθρωποσφαγείο. Έκεϊ τώρα ήταν καί άλλοι Έλασί­τες, οί περισσότεροι άπό τούς όποιους έφεραν μακρυές γενειάδες καί άνέμιζαν τά μαχαίρια τους.

Οί δυό ύπαξιωματικοί άντί νά καμφοΰν άπό τόν θάνατο πού τούς περίμενε έπέδειξαν λεβεντιά πού κατέπληξε καί τούς Ίδιους τούς Έλασί­τες. Ξέρουμε ότι θά μάς σκοτώσετε τούς είπαν άλλά νά είστε βέβαιοι ότι καί σεϊς γρήγορα θά μάς άνταμώσετε στόν άλλο κόσμο. Έσεΐς θά μάς έκτελέσετε άνανδρα γιατί δεμένοι όπως είμαστε δέν μπορούμε νά σάς άντιμετωπίσουμε. Οί συνάδελφοι μας όμως καί οί Έλληνες στρατιώται θά σάς σκοτώσουν παλληκαρίσια σέ κάποια μάχη πού ύποχρεωτικά θά βρεθήτε.

Οί Έλασίτες έξαγριωμένοι άπό τήν προειδοποίηση πού τούς έκαμαν οί δυό μελλοθάνατοι, έπέπεσαν μέ λύσσα έναντίον τών δεσμωτών. Τά μαχαίρια τους έσταζαν άπό τό αίμα τών δυό ήρωϊκών υπαξιωματικών τής Χωροφυλακής, πού έξακολουθούσαν άν καί τραυματισμένοι νά ύβρίζουν πλέον τούς δολοφόνους τους.
Τούς έρριξαν έν συνεχεία στό ύγρό χώμα τής Παληομπούκαινας καί συνέχισαν νά τούς κτυπούν μέ τά μαχαίρια τους, ώς τήν ώρα πού ένας άπό τούς μασκοφόρους – πού άσφαλώς θά ήταν Ναουσσαίος – έβγαλε άπό τήν τσέπη του τό περίστροφό του, ρίχνοντας άνά τρεις σφαίρες στόν κάθε τραυματία. Άλλοι Έλασίτες πού δέν είχαν πάρει μέχρι τότε μέρος στό όργιο τής σφαγής, έσυραν τούς δύο νεκρούς στό Ίδιο μέρος πού είχαν πετάξει προηγουμένως τό κουφάρι τού Φωκέα καί τούς πέταξαν κατ» έπάνω του.

Χωρίς νά σταματήσουν τήν δραστηριότητά τους οί Έλασίτες, έφεραν σέ λίγο στόν τόπο τού μαρτυρίου τούς χωροφύλακες Σιώπη Χριστόφορο καί Αλέξανδρο Δούκα. Όταν άντίκρυσαν τά πτώματα τών ύπαξιωματικών πού έπλεαν σέ λίμνη αίματος πού είχε σχηματισθή, έκαμαν μιά προσπά­θεια άπεγνωσμένη νά λύσουν τά χέρια του γιά νά ξεφύγουν ή γιά νά έπιτεθούν έναντίον τών δημίων τους. Οί Έλασίτες πού άντελήφθησαν τίς προθέσεις τών ομήρων, άφησαν τήν όργή τους νά ξεσπάση μέ μιά ξέφρενη άγριότητα έναντίον τους. «Αλλοι τούς κτυπούσαν μέ τούς ύποκοπάνους τών όπλων τους καί άλλοι τρυπούσαν τό κορμί τους μέ τά μαχαίρια τους. Τόν Σιώπη πού κατήγετο άπό τη Θεσσαλονίκη, τόν χτύπη­σαν μέ τά μαχαίρια τους στό στήθος ώστε ή καρδιά του φάνηκε νά είναι σχισμένη στή μέση. Καί σάν νά μήν έφθανε αύτό απέκοψαν τό λαιμό του άφήνοντας νά πέση στό χώμα τό άκέφαλο οώμα του.

Τόν Δούκα, πού κι αύτός ήταν Μακεδονόπουλο, άφού κατακομμάτιασαν τά χέρια του, τρύπησαν τό πρόσωπο του μέ άμέτρητες μαχαιριές. Πιστεύοντες ότι τό θύμα τους συνέχιζε νά ζή. έσπασαν τό κρανίο του. Όταν βεβαιώθηκαν ότι καί αύτός ήταν πιά νεκρός άρχισαν νά έρευνοϋν τίς τσέπες τών δύο χωροφυλάκων. Άφήρεσαν τά λίγα χρήματα πού είχαν στά πορτοφόλια τους. Τά ρολόγια τους, τό δακτυλίδι τών άρραβώνων τού Σιώπη έπειδή δυσκολεύθηκαν νά τό βγάλουν άπό τό δάκτυλό του άναγκάσθηκαν νά τό κόψουν. Έτσι ύπερήφανοι γιά τό έργο τους πήραν τό δρόμο πρός τό έμπεδο τών μελοθανάτων. Στάθηκαν όμως άτυχοι, γιατί τήν έκτέλεση τών καινούργιων θυμάτων, πού έσπευδαν νά κάμουν αύτοί, οί καπεταναίοι τήν άνέθεσαν σέ άλλους πέντε έλασίτας.

Αύτοί έχοντας στό μέσον τούς χωροφύλακας Δοξάκη Γιοβαννάκη καί Γρηγοριάδη Θεόδωρο, παραμέρισαν τούς έκτελεστάς πού τά χέρια καί τά ρούχα τους ήταν ματωμένα, καί προχώρησαν στήν Ίδια χαράδρα, όπου ήταν στιβαγμένα τά νεκρά σώματα τών προηγηθέντων θυμάτων. Όπως συνέβη μέ τούς άλλους έκτελεσθέντας, καί πάλι τά μαχαίρια είχαν τόν πρώτο λόγο. Θαρρείς καί οί φονηάδες είχαν έντολή νά κάμουν οικονομία σφαιρών.

Η σφαγή τών δύο συναδέλφων πού ήταν κι αύτοί δεμένοι μέ συρματόσχοινο γίνηκε κατά πανομοιότυπο τρόπο μέ τήν κατακρεούρ­γηση τών άλλων χωροφυλάκων. Υπήρξε ή έκτέλεση όλόϊδα μέ μιά μικρή διαφορά. ‘Αντί νά τό σπάσουν τά χέρια τους, τά έκοψαν καί άντί νά τρυπήσουν τό κορμί καί τό πρόσωπο τους μέ τά μαχαίρια, χρησιμοποίησαν τά τελευταία γιά νά σχίσουν τίς κοιλιές τών δυστυχισμένων συνανθρώπων τους. Σπαρταρούσαν άπό τόν πόνο καί έκλιπαρούσαν καί οί δύο τους νά τούς σκοτώσουν μέ πιστόλι γιά νά τελειώση τό δράμα τους.

Οί ‘ Ελασίτες γεμάτοι ικανοποίηση γιά τήν τυραννία πού περνούσαν τά θύματά τους δέν άνταποκρίθηκαν στήν έκκλησή τους. Τουναντίον άρχίζοντας νά κόβουν κομμάτι-κομμάτι τίς σάρκες τών κορμών τους, κατέληξαν ύστερα άπό άρκετά λεπτά τής ώρας νά κόψουν τήν καρωτίδα τού ένός καί ολόκληρο τόν λαιμό τού άλλου. Έξετέλεσαν δηλαδή μιά άκόμη πράξη ήρωίσμού, γιά τήν όποια πρέπει νά αισθάνονται έάν ζούν άηδία φρίκη καί ντροπή.

Τήν ώρα πού άποτελείωσαν μέ τά μαχαίρια τους τά θύματα τής έγκληματικής τους μανίας, τρείς Έλασίτες οπλισμένοι σάν άοτακοί, έφεραν στήν χαράδρα τού θανάτου ένα ζευγάρι χωροφυλάκων. Τόν ‘ Ανέοτη Χατζηανέστη καί τόν Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη. Τούς γύμνωσαν αφήνοντας τους μόνον μέ τά έσώρουχά τους καί άρχισαν νά τούς κτυπούν άλλοι με βούρδουλα καί ό ένας μέ τόν ύποκόπανο τού όπλου του. Γρήγορα λύγισαν οί δεσμώτες καί έπεσαν σχεδόν έπάνω είς τά ματωμένα πτώματα τών συναδέλφων τους. Χωρίς νά χάσουν καιρό έσυραν τά στιλέττα τους καί έπεδόθησαν στή σφαγή τών άτυχων χωροφυλάκων. Κάθε φορά πού βύθιζαν τά στιλέττα τους στά κορμιά τών θυμάτων έβγαζαν καί μιά κραυγή ικανοποιήσεως. Άλλωστε δέν ήταν μικρό πράγμα νά σφάζης δύο όργανα τής μαρτυρικής χωροφυλακής, πού μισούσαν καί έξακολουθούν νά μισούν όλοι οί κομμουνισταί.

Τό μαρτύριο τών σφαζομένων κράτησε γιά άρκετή ώρα γιατί οί έκτελεστές ήθελαν νά βασανίσουν τά θύματά τους. Άπό τό σημείο πού ήταν συγκεντρωμένοι οί ύπόλοιποι μελλοθάνατοι άκούσθηκε ή έντολή τοϋ καπετάνιου, νά τελειώνουν γιατί ή ώρα δέν άφηνε περιθώρια γιά καθυστε­ρήσεις. Οί ‘ Ελασίται συμμορφωμένοι σάν ρομπότ στήν προσταγή τοϋ άρχηγού τους, έσπευσαν ν’ άποτελειώσουν τούς δύο έτοιμοθανάτους κόβοντας τά κεφάλια τους μέ τούς μπαλτάδες πού είχαν κρεμασμένους στή μέση τους.

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΕ

Κινήθηκαν πρός τήν άνηφοριά οί δήμιοι, όταν μιά άλλη όμάδα Έλασιτών έφερνε στό σφαγείο δεμένον τόν άνθυπολοχαγό πού βλέποντας τά σωριασμένα κορμιά τών χωροφυλάκων καί τά διεσπαρμένα κεφάλια τών συναδέλφων του άρχισε νά χορεύη. Χόρευε γελώντας καί πηδώντας σάν άκροβάτης πού έκτελούσε θεατρικό νούμερο.
Άντί νά τόν κτυπήσουν, άρκέσθηκαν νά τόν καθηλώσουν στή θέση πού βρισκότανε, άκριβώς δίπλα στό πτώμα τού Φωκέα. «Ενας Έλασίτης έσπευσε στό σημείο πού ήταν οί Καπεταναίοι έχοντας άνάμεσά τους τούς μελλοθανάτους χωροφύλακες.

Ανέφερε τό περιστατικό καί οί πέντε μέ τά πολιτικά καί ένας άπό τούς Καπεταναίους άκολούθησαν τόν Έλασίτη στόν τόπο τού σφαγείου. Έκεϊ ό άνθυπολοχαγός συνέχιζε τό τραγούδι του καί γεμάτος χαμόγελα ύποδέχθηκε τούς νεοφερμένους.
Ό μασκοφόρος μέ τά πολιτικά, έδωσε έντολή νά μήν πειράξη κανένας τόν άνθυπολοχαγό καί πρόσταξε νά τόν πάνε στό νοσοκομείο.

«Οταν έκανα τήν έρευνά μου έπεδίωξα νά πληροφορηθώ ποιά ήταν ή τελική τύχη τού άνθυπολοχαγοϋ. Όπως μού άφηγήθηκε ό μόνος χωροφύλαξ πού έπέζησε καί πού τώρα διαμένει στήν Νάουσσα, τόν άνθυπολοχαγό πού πράγματι είχε παραφρονήση, οί Έλασίτες, τόν πήραν μαζί τους κατά τήν φυγή τους άπό τήν Νάουσσα. «Ηταν ένας άπό τούς έξήντα όκτώ πού ύστερα άπό δύο ή μέρες κατώρθωσαν νά ξεφύγουν άπό τή φάλαγγα πού προχωρούσε πρός τό Μουχαρέμ Χάνι. Δυστυχώς μού είπε, ό άνθυπολοχαγός, όταν έφθασε μαζί μέ τούς άλλους δραπετεύσαντας συνέχισε νά βρίσκεται στήν Ίδια κατάσταση. Οί στρατιωτικοί γιατροί πού διέγνωσαν ότι συνέπεια τού κλονισμού πού ύπέστη παρεφρόνησε, έμερίμνηοαν γιά νά κλεισθή στό Ψυχιατρείο τών Αθηνών.

Άφού πέρασε λίγη ώρα, οί καπεταναίοι έδωσαν έντολή νά συνεχι­σθούν οί έκτελέσεις. Οί χωροφύλακες Νικόλαος Έμμανουηλίδης καί Γεώργιος Τασούλας δεμένοι πισθάγκωνα, άκολούθησαν τόν συνηθισμένο δρόμο πρός τή χαράδρα. Δέν άργησαν οί δήμιοι νά τεθούν έπί τό έργον. Τόν χρόνο πού έχασαν μέ τόν άνθυπολοχαγό πού τρελλάθηκε, έπρεπε νά τόν κερδίσουν. Χρησιμοποιώντας κι αύτοί τά μαχαίρια τους κατέσφαξαν τούς δύο χωροφύλακες σέ διάστημα ολίγων λεπτών. Στό τέλος ό έπί κεφαλής τών έκτελεστών πυροβολώντας τους, άφηνε τά κορμιά τους ν’ ανακατευθούν μέ τούς άλλους νεκρούς συναδέλφους τους. Πριν φύγουν γιά νά παραλάβουν νέα θύματα, ένας άπό τούς Έλασίτας άντελήφθη νά κινείται τό σώμα τού Έμμανουηλίδη. Ανέφερε τό περιστατικό αύτό στόν καπετάνιο πού γυρίζοντας έρριξε στά κεφάλια καί τών δύο χωροφυλάκων τή χαριστική βολή.

Σειρά τώρα είχαν γιά έκτέλεση οί «Αβίδας Ιωάννης καί Μανωλούδης Νικόλαος. Νέα παιδιά είχαν προτιμήσει νά ύπηρετήσουν στή Χωροφυλακή καταγέντες μετά τήν στρατιωτική τους θητεία. Δέσμιους κι αύτούς τούς οδήγησαν στό σφαγείο τής Παληομπούκαινας. Επιβραδύνοντας τό βήμα τους έδωσαν άφορμή στούς φρουρούς νά τούς κτυπήσουν μέ τούς ύποκοπάνους τών όπλων τους. Ό,τι ειχε συμβή μέ τούς ύπαξιωματικούς τά δύο χωροφυλακάκια μίλησαν μέ σκληρότητα πρός τούς Έλασίτας.

– Αύτή είναι ή παλληκαριά σας τούς είπαν. Σκοτώσατε άοπλους ένώ δέν είχατε τό κουράγιο νά πολεμήσετε έστω καί μέ έναν Γερμανό. » Εγώ – τού είπε ό Μανωλούδης – πολέμησα τούς Γερμανούς στά όχυρά καί είμαι ύπερήφανος γιατί έπραξα τό καθήκον μου πρός τήν Πατρίδα. Τό κορμί μου έχει άκόμη ένα βλήμα άπό γερμανικό πυροβόλο πού δέν μοϋ τό έβγαλαν οί γιατροί. Σεις τί έχετε γιά νά σας θυμίζει ότι άγωνισθήκατε γιά τήν Ελλάδα; Δύο άπανωτές μαχαιριές πού κατάφερε στό πρόσωπο τοϋ Μανωλούδη ένας άπό τούς ‘ Ελασίτας τοϋ έκοψαν τή λαλιά.

Οί ύπόλοιποι ‘ Ελασίταις άκολουθώντας τό παραδειγμα τοϋ συντρόφου τους ρίχθηκαν σάν τά θηρία έπάνω στούς δύο δεσμώτες, διασταυρώνοντας τά μαχαίρια τους στήν άμιλλα πού έκαναν γιά τό ποιός νά πρωτοκτυπήση τούς δύο ομήρους. Ή σφαγή τών νέων αύτών θυμάτων τής κόκκινης θηριωδίας κράτησε γιά μισή περίπου ώρα. «Υστερα ό άποκεφαλισμός τους πού σφράγισε τό τέλος τής ζωής τών παλληκαριών ήρθε νά έπιβεβαιώση γιά μιά άκόμη φορά τήν χιλιοειπωμένη διακήρυξη έκείνων πού παρηκολούθησαν τήν δραστηριότητα τών κομμουνιστών, ότι άποτελοϋν τό κόμμα τής προδοσίας καί τού έγκλήματος σέ μιά διακήρυξη πού τόσο έμφαντικά έκαμε ό Γεώργιος Παπανδρέου, ό πατέρας τοΰ σημερινού Πρωθυπουργού, στό μήνυμα πού άπηύθυνε στόν Ελληνικό Λαό τόν Δεκέμβριο τοΰ 1944.

Όταν οί έκτελεσταί έπέστρεψαν στήν βάση τους, οί έπιλογείς τών πρός έκτέλεση χωροφυλάκων, είχαν ξεχωρίσει τά καινούργια τους θύματα. «Ηταν οί Τσερέπας Νικόλαος καί Παπαδόπουλος «Αθανάσιος. Είχαν προ­χωρήσει λίγα μέτρα πρός τό σφαγείο όταν ό Τσερέπας προσποιούμενος ότι σκουντούφλησε έγειρε πρός τό χώμα. Καί τότε συνέβη κάτι τό άνεπανάληπτο πού όλοι καί σήμερα άκόμη θυμούνται στή Νάουσσα. Βγάζοντας ένα πλακέ πιστόλι, πού άσφαλώς τό έκρυβε στήν κάλτσα του, έρριξε δύο σφαίρες έναντίον τοΰ ένός άπό τούς Έλασίτας καί ύστερα στηρίζοντας τό πιστόλι του στόν δικό του κρόταφο, αύτοκτόνησε άποφεύγοντας έτσι τουλάχιστον τήν τυραννία καί τούς βασανισμούς.

Μαζί του κυλίσθηκε στό χώμα καί ό Παπαδόπουλος μέ τόν όποιο ήταν δεμένος ό αύτόχειρ. Σάν νά μήν είχε συμβή άπολύτως τίποτα ό Έλασίτης έσπευσε νά κόψη τό σχοινί πού ένωνε τά δύο χέρια τών χωροφυλάκων καί ζήτησε άπό τούς καπεταναίους πού είχαν ζήση άπό κοντά τά γεγονότα πού έξετυλίχθησαν νά συμπληρώσουν τό κενό πού άφήκε ό Τσερέπας.

«Ενας πού έψερε πολιτικά τράβηξε άπό τό σωρό τόν δασοφύλακα Δημήτριο Πέκκα. Σφιχτόδεσαν τά χέρια τών δύο δεσμωτών καί τούς έσυραν στήν κυριολεξία στόν τόπο τού μαρτυρίου τους. «Αφού τούς κατατυράννησαν καί τούς ύπέβαλαν στά πιό φρικτά βασανιστήρια πετσόκοψαν στό τέλος τά κορμιά τους. Γιά καλό καί γιά κακό ό έπί κεφαλής τών έκτελεστών έθεώρησε καλό νά ρίξη λίγες σφαίρες στά κρανία τών νεκρών ήδη ‘ Ελλήνων.
Τά πτώματα τών δέκα πέντε χωροφυλάκων είχαν καλύψει τή χαράδρα τού αίματος καί είχαν σχηματίσει πραγματικό βουνό γύρω άπ’ αύτήν.

Έκεϊ ώδηγήθησαν εύθύς άμέσως μετά τή σφαγή τού Πέκκα οί τρεϊς χωροφύλακες Ιωάννης Οίκονομόπουλος, Βασίλειος «Αλβανός καί Σταύ­ρος Κόντος. «Οπως ήταν δεμένοι τούς έστησαν μπρός στά σώματα τών σκοτωμένων συναδέλφων των. Αύτούς δέν τούς κτύπησαν καί περιωρίσθησαν νά τούς βρίσουν μέ έκφράσεις τού ύποκόσμου. Ύστερα τούς κάλεσαν νά προσευχηθούν γιά νά πάνε στόν Παράδεισο, όπως τούς είπε, κάνοντας φθηνό χιούμορ, ένας ‘ Ελασίτης άξιωματικός πού δέν είχε πάρει μέχρι τότε μέρος σέ άλλη έκτέλεση χωροφυλάκων.
Ό Οίκονομόπουλος, πιό θαρραλέος άπό τούς άλλους άπάντησε όπως ταίριαζε σέ μαχητάς τής Χωροφυλακής.
– Ναι τούς είπε. Θά προσευχηθούμε γιατί ό Θεός θά μάς περιμένη γιά νά μάς έντάξη στό πάνθεον εκείνων πού ξέρουν νά πεθαίνουν γιά τήν Πατρίδα τους.
Ταυτόχρονα έκανε τρεις φορές τό σημείο τού σταυρού. Οί άλλοι χωροφύλακες μέ ψηλά τό κεφάλι σταυροκοπήθηκαν μέ τή σειρά τους ένώ ό Κόντος άπευθυνόμενος πρός τόν άξιωματικό τού ΕΛΑΣ τού είπε ότι είναι έτοιμοι νά πέσουν δολοφονημένοι άπό τίς σφαίρες τών Βουλγάρων μέ τίς όποιες ήταν έφοδιασμένος ό στρατός τού ΕΛΑΣ.

– «Πύρ», πρόσταξε ό άξιωματικός καί σχεδόν ταυτόχρονα τά τρία νεκρά σώματα τών παλληκαριών τής Χωροφυλακής, έπεφταν έπάνω στούς άλλους σωριασμένους νεκρούς ύψώνοντας έτσι τή στίβα τών συναδέλφων τους, πού έσφαγιάσθησαν στή χαράδρα τής Παληομπούκαινας στίς 14 Ιανουαρίου τού 1949.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ

Τελευταίος πού έγκατέλειψε τό Νοσοκομείο καί ένώ φλόγες άρχισαν νά ζώνουν ώρισμένους άπό τούς θαλάμους του, ήταν ό ταγματάρχης «Ιωάννης «Αθανασιάδης. «Αν καί τόν βρήκε μιά σφαίρα στό άριστερό του χέρι άποφάσισε νά πάρη τό δρόμο πρός τήν «Αράπιτσα γιά νά γλυτώση άπό τού χάρου τά δόντια. Τόν άκολούθησε στήν έξοδό του καί ή μαία Αικατερίνη Μιχαηλίδου.

Προχώρησαν άρκετά μέτρα έχοντας σάν όπλο άμύνης τό ύπηρεσιακό του περίστροφο. Γιά άρκετή ώρα τά πράγματα πηγαίνουν καλά. Δέν συνάντησαν έλασίτας στήν πορεία τους. «Αρχισαν νά πιστεύουν ότι θά δώσουν πάλι παρόν, γιά νά κάμουν καί οί δυό τους τό καθήκον πού προσδιόριζε ή θέση των. Στή μέση σχεδόν τοϋ δρόμου πού άπέμενε γιά νά φθάσουν στό σταθμό, άρχισαν νά πέφτουν γύρω τους σφαίρες αύτομάτων όπλων. ‘ Ο Ταγματάρχης έμπειροπόλεμος ύπέδειξε στήν μαία νά πέση στό έδαφος. Τό Ίδιο έπραξε καί αύτός.

Παράξενα, οί σφαίρες έπαυσαν νά σφυρίζουν καί τίποτε δέν προοιωνί­ζει ότι τό κακό θά συνεχιζόντανε. ‘ Η άνάπαυλα όμως αύτή ήταν προσωρι­νή. Χωρίς καλά νά άντιληφθοϋν άρχισαν νά πέφτουν έπάνω τους γύρω στούς δέκα Έλασίτες πού τούς είχαν κυκλώσει άπό διάφορα σημεία καί κάλεσαν τόν ταγματάρχη νά παραδοθή. Ό Αθανασιάδης άντί άλλης άπαντήσεως, ύψώνει τό πιστόλι του καί άρχίζει νά πυροβολή. Τό Ίδιο έκαμαν καί οί συμμορίται, τραυματίζοντας βαρειά τούς δυό άγωνιστές.

Χωρίς νά έχη έστω καί μιά σφαίρα στό περίστροφό του, μιά πού όλες έχουν έξαντληθή, ό ταγματάρχης φέροντας δυό καινούργια τραύματα πέφτει στά χέρια τών φονιάδων. ΤόΊδιο γίνεται καί μέ τήν Μιχαηλίδου πού κι αύτή είναι χτυπημένη μέ τέσσαρες σφαίρες άπ’ αύτές πού έρριξαν οί συμμορίται όταν είχαν κυκλώσει τούς δύο κυνηγημένους. Είχαν φθάσει καί οί δύο τους στήν περιοχή Γαλατσιάνου ή Μοσχόκι.

Λυσσασμένοι όρμησαν έπάνω τους οί ‘Ελασίται. Κτύπησαν τούς τραυματίες μέ τίς λαβές τών πιστολιών τους καί μέ τά κοντάκια τών αύτομάτων τους. Χωρίς νά αισθανθούν τόν παραμικρό οίκτο γιά τήν μαία πού χαροπάλευε, τήν ποδοπάτησαν καί έρριχναν στό πρόσωπο της άμέτρητες σφαίρες. Νεκρή πιά ήταν ή μαία, όταν οί έκτελεστές της έσπρω­ξαν τό άψυχο κουφάρι της στό ποτάμι τής Άράπιτσας.

Εύθύς άρχισαν νά κατατυραννούν τόν ήρωϊκό ταγματάρχη. Τρύπησαν τό κορμί του μέ τά μαχαίρια τους, ένώ ένας άπ’ αύτούς τόν πυροβόλησε στό στήθος. Ό Αθανασιάδης συνέχιζε ν’ άναπνέει. Τότε ό έπικεφαλής τών ‘Ελασιτών έδωσε τό σύνθημα τής σφαγής του. Συμμορφούμενοι οί ύποτακτικοί του, άρχισαν νά τόν πλήττουν σέ κάθε σημείο τοΰ κορμού του πιό είχε μείνει άτρύπητο άπό τίς προηγούμενες μαχαιριές. Καί ένώ ήταν νεκρός έξακολούθησαν νά πυροβολούν.

Η Νάουσα μή λησμονώντας τόν ήρωϊκό αύτό ύπερασπιστή της έτίμησε μετά τήν συντριβή τών Κομμουνιστών, άναγείροντας προτομή του. «Ηταν μιά τιμή, ή όφειλομένη τιμή σ’ έκείνον πού έδωσε τά πάντα γιά τήν ‘ Ελλάδα. Καί τό μνημείο αύτό πού θύμιζε τίς θυσίες τοΰ λαού μας γιά τήν πραγματική λευτεριά – γιατί ό «Αθανασιάδης ήταν γέννημα θρέμμα τοϋ λαού μας – οί δημοτικοί άρχοντες θέλησαν μετά τήν νίκη τοϋ ΠΑΣΟΚ νά τό γκρεμίσουν. Τούς ένοχλούσε ή παρουσία τοϋ άνδριάντος τοϋ ήρωος πού θύμιζε στούς νεωτέρους ιδίως, ότι τό άποθνήσκειν διά τήν Πατρίδα άποτελεί τό ύπέρτατο χρέος όλων τών «Ελλήνων.