4  ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ  1843 – ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ  ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΜΙΑ  ΣΥΓΚΡΙΣΗ:  ΤΟΤΕ  (1833)  ΚΑΙ  ΤΩΡΑ  (2013 – 2015) ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ

kolokotronis

 

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ:

Οι διώξεις  που  υφίσταται  σήμερα  ο  Αρχηγός  μας  (και όλοι οι Χρυσαυγίτες),  από  τους σιωνιστές της Τρόικας, είναι  ΟΛΟΪΔΙΕΣ  με  τις  διώξεις  που  έκαναν  στον  Κολοκοτρώνη.  Τότε στην μεγάλη δίκη των Στρατηγών,  πέραν από τους ψευδομάρτυρες που συκοφάντησαν τον Γέρο του Μοριά,  ( ανθρωπόμορφα  ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ  και  ΙΟΥΔΕΣ  πάντα  υπάρχουν), την καταδικαστική απόφαση την πήραν τρεις εκ των πέντε «δικαστών». Βλέπετε η τότε σιωνιστική τρόικα, εκτός από τους Πολυζωΐδη και Τερτσέτη, είχε διορίσει άλλους τρεις «δικαστές», που ήθελαν, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, να στείλουν το Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στην αγχόνη.  Ο ένας ήταν παντρεμένος με την αδελφή του τότε  υπουργού δικαιοσύνης, ο άλλος είχε πάρει παραμονές της δίκης μετάθεση από την Χαλκίδα στο Ναύπλιο και ο τρίτος ήταν κάποιος γραφέας που καθ’ υπέρβαση κάθε ιεραρχίας και νομιμότητας διορίστηκε δικαστής.

Είναι πράγματι θαυμαστό:  α. πώς  οι  Αθανασίου- Κουτζαμάνη- Βουρλιώτης και  Ντογιάκος  πού  είναι φίλοι και  συμπατριώτες,  συγκρότησαν  μία  επιτελική  χούντα «δικαστών»  και  β.  πώς κατάφερε η ΚΛΑΠΑ να συνδυάσει όλα τα «προσόντα» των τότε δικαστών. Είναι παντρεμένη με στέλεχος πολιτικού κόμματος που μισεί κάθε τι Ελληνικό  (ΡΗΜΑΔ – ο αρχηγός  Κουβέλης είναι ο πιστός του ισραηλιτικού συμβουλίου,  του  οποίου  είναι  ο  δικηγόρος,  όπως  πιο  παλιά  ήταν  εκείνος  ο  ανεκδιήγητος  Μαύρος),  ήρθε με μετάθεση από τα Γιάννενα  και διορίστηκε από τον Υπουργό, παρακάμπτοντας την Ιεραρχία και πολλούς άξιους συναδέλφους της.  Όλοι  ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ  ότι  στον χώρο της Ελληνικής  Δικαιοσύνης  θα υπάρξουν  και  μερικοί  Τερτσέτηδες και αυτοί θα επικρατήσουν τελικά.

Ο  Κολοκοτρώνης,  στις  6  Σεπτεμβρίου  του 1833,  φυλακίσθηκε  στο Ναύπλιο,  από  τους  τότε  «δικαστές» με εντολή  ξένων  δυνάμεων.

     ΗΘΕΛΑΝ ΤΗΝ ΘΑΝΑΤΙΚΗ  ΤΟΥ  ΠΟΙΝΗ.

(Στις  28  Σεπτεμβρίου  του  2013  άλλοι  «δικαστές»,  φυλάκισαν  τον  Μιχαλολιάκο  και  άλλους  πατριώτες,  πάλι  με  εντολή  ξένων  δυνάμεων  και  προσωπική  τηλεφωνική διαταγή  του  σχιζοφρενή  πρωθυπουργού  Σαμαρά  σε διεφθαρμένο  δικαστή,  με  την  απίστευτη  φράση  «ΓΑΜΗΣΤΕ  ΤΟΥΣ»,  χωρίς  μέχρι  σήμερα  να  αντιδράσει  κανείς  από  το  «έντιμο»  σώμα  των  ελλήνων  δικαστών – σε  όλες  τις  χώρες  του  κόσμου  θα γινόταν  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  για  τέτοιες  συμπεριφορές).

 

Στα  απομνημονεύματά  του  ο  Γέρος  του  Μοριά  γράφει:

« Μ’ έβαλαν 9 μήνες φυλάκιση, χωρίς να βλέπω κανέναν εκτός από τον δεσμοφύλακα μου.  Δεν ήξερα τόσους μήνες τι γίνεται έξω, ποιός ζει, ποιός πεθαίνει, ποιόν άλλον έχουνε φυλακισμένο . ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΓΙΑΤΙ ΜΕ  ΕΧΟΥΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ.

Ποτέ δεν πίστευα ότι θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΝ ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ».

 

Κλέφτικο τραγούδι:

«Μέρα και νύχτα καταγής, στον τοίχο ακουμπισμένος

εσάπη το κορμάκι μου, δεξιά μεριά στην πλάτη.

Πανάθεμά σε, ΑΝΑΚΡΙΤΗ, και συ,  ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ,

που δε δικάζεις ξάμηνο, παρά δικάζεις χρόνους».

 

Ο  ηπειρώτης,  καταγόμενος  από  το  χωριό  ΛΕΠΤΟΚΑΡΥΑ  ΖΑΓΟΡΙΟΥ,  μερικά  χιλιόμετρα  δυτικά  του  Μετσόβου,  δικηγόρος  υπεράσπισής του  ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ  ΚΛΩΝΑΡΗΣ  (1788-1849),  ο  οποίος  το  1835  έγινε  ο  ΠΡΩΤΟΣ  ΠΡΟΕΔΡΟΣ  ΤΟΥ  ΑΡΕΙΟΥ  ΠΑΓΟΥ  και  ΤΙΜΙΟΣ  υπουργός  της  Δικαιοσύνης,  (δεν  υπάρχουν  σήμερα  τέτοιοι  νομικοί – σήμερα  έχουμε  τους  γνωστούς διεφθαρμένους  «αρεοπαγίτες») είπε στην αγόρευσή του:

 

« Ως πότε κύριοι δικαστές θα συνεχίζεται αυτή η βάρβαρη σπίλωση;

Ως πότε ο ανελέητος διωγμός ενάντια σ’ εκείνους που λευτέρωσαν, δόξασαν και εξακολουθούν  να λαμπρύνουν την  Ελλάδα;

Ως  πότε  ΟΙ  ΞΕΝΕΣ  ΡΑΔΙΟΥΡΓΙΕΣ  θα  μαστίζουν  τούτο  τον  τόπο;

Ως  πότε ΣΥΝΟΜΩΤΕΣ  ΚΑΙ  ΜΙΣΕΛΛΗΝΕΣ  θα  κηλιδώνουν  τη  χώρα  μας;»

 

ΕΝΑΡΞΗ  ΤΗΣ  «ΔΙΚΗΣ»  ΤΟΥ  ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

 

ΠΡΟΕΔΡΟΣ:  Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι  ερωτηθώ.

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ορκίζομαι. (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς ονομάζεσαι;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Από πού κατάγεσαι;

ΚΟΛΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πόσων ετών είσαι;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Εξήντα τέσσερων.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι επάγγελμα κάνεις;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και  ΠΟΛΕΜΟΥΣΑ  ΝΥΧΤΑ  ΜΕΡΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ  ΠΑΤΡΙΔΑ. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου ΝΑ  ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου ΝΑ  ΞΕΨΥΧΑΝΕ  μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τον περασμένο Ιούλη διάβηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και τι λέγατε;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ;  Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια αναφορά.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν άκουσες τίποτα;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Δεν τον είχες δει προηγουμένως;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Όχι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: (Δείχνοντάς το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ναι, είναι.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και γιατί έφυγες;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ:  Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία.

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:  Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: «Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου  Ν’ ΑΠΟΘΑΝΩ  ΗΣΥΧΟΣ  ΚΙ  ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟΣ».

ΑΥΤΑ  ΕΙΠΕ  Ο  ΓΕΡΟΣ  και κάθισε στον πάγκο του, ενώ στην αίθουσα απλώθηκε βαθιά σιωπή και αγωνία.

 

Όταν  τελείωσε  η  «δίκη»  και  Ο  ΓΕΡΟΣ  άκουσε  από  τον  «πρόεδρο  του  δικαστηρίου»:  «καταδικάζεσαι  εις  θάνατον»  σταυροκοπήθηκε  με  απορία  και  είπε:  «Κύριε  ελέησον.  Μνήσθητι  μου,  Κύριε,  όταν  έλθης  εν  τη  βασιλεία  σου.  Πολλές  φορές  αντίκρισα τον  θάνατο  και  δεν  τον  φοβήθηκα.  Ούτε  τώρα  τον  φοβάμαι».-

 

Π.Ζ.