ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗ

Unknown

Γράφει ο Νικόλαος Παπαδιονυσίου.

Ως γνωστό ζούμε σε μια Χώρα που η έλλειψη σοβαρότητας στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο και ο χρωματισμός του εσωρούχου των οξυζενέ τηλεπαρουσιαστριών των πρωινών εκπομπών για πολλούς αποτελεί, ή τουλάχιστον αποτελούσε πρότινος, σημείο εντόνου προβληματισμού, περισσότερο και από την άθλια διακυβέρνηση των τελευταίων ετών που τους οδήγησε στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση.

Είμαστε μια Χώρα που οι φοιτητές, όταν αποφασίσουν να σηκωθούν από τις καρέκλες των διαφόρων καφέ και φοιτητικών καφενείων για να διαδηλώσουν εναντίον κάποιου νομοσχεδίου που τους επιβαρύνει με περισσότερες υποχρεώσεις και αναγκαστική πειθαρχία προς τους εκπαιδευτικούς θεσμούς και την μεθοδολογία, φωνάζουν συνθήματα προηγούμενων δεκαετιών, συνθήματα που τότε είχαν ανταπόκριση στην πραγματικότητα, ενώ τώρα μόνο γέλωτες προκαλούν, διότι είναι ειλικρινά κωμικό να ατενίζεις έναν καλοζωισμένο νέο, που περιφέρεται από καφετέρια σε ταβέρνα λησμονώντας πόσα μαθήματα χρωστάει, να φωνάζει με στόμφο «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Είμαστε μια Χώρα όπου εδώ και δεκαετίες το κυρίαρχο όνειρο ήταν ο διορισμός στο δημόσιο. Και φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου κακό αν τα κριτήρια αφορούσαν την εργασιακή ασφάλεια και την μονιμότητα του μισθού. Η κυρίαρχη όμως φιλοσοφία της επιθυμίας που εκδηλώθηκε για σειρά ετών σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δεν ήταν «να μπω στο δημόσιο, να εργαστώ, για  να φάω ψωμάκι», αλλά «να μπω στο δημόσιο, για ν’ αράξω».

Μέσα λοιπόν σ΄αυτή την κοινωνία που το μεταπολιτευτικό καθεστώς από την αρχή εφάρμοσε ένα γενικευμένο κομφούζιο, ένα μωσαϊκό απόψεων και θέσεων, στην δημόσια διοίκηση, στην κοινωνία, στα ήθη και στα έθιμα και στις ανθρώπινες σχέσεις που εξελίχτηκε σε πλέον ισοπεδωτικό και αλλοτριωτικό, κατά την διάρκεια των ετών που ακολούθησαν, ξεπήδησε ο τρομοκράτης.

Ο άνθρωπος που επέλεξε τον δρόμο της «ένοπλης πάλης», όπως είπε και ο «φίλος» μας στο κοινοβούλιο, για να πολεμήσει μέσω αυτής την ταξική ανισότητα και να εφαρμόσει μια νέα μορφή σοσιαλιστικής δικαιοσύνης. Ο άνθρωπος δηλαδή, που σαν αυτόκλητος σωτήρας αποφάσισε να «σώσει» την εργατική τάξη, φυσικά χωρίς να μπει στον κόπο να τους ρωτήσει αν οι ίδιοι θέλουν να σωθούν.

Μέσω του παρόντος θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε επιγραμματικά τα απαραίτητα κριτήρια και το ψυχολογικό προφίλ που καθορίζουν τον «κοινωνικό επαναστάτη».

Πρώτον και κύριον είναι απαραίτητο να είναι άνθρωπος που δεν έχει εκατό τα εκατό σώας τας φρένας, άνθρωπος που ταλανίζεται από σωρείες συμπλεγμάτων, με κύριο αυτό της κατωτερότητος και που δεν διστάζει για λόγους προσωπικής καταξίωσης και ανύψωσης του υποτιμημένου εγώ, να χρησιμοποιήσει κάθε στιγμή το όπλο που φέρει μαζί του, όπως να τοποθετήσει εκρηκτικούς μηχανισμούς και να προβεί σε κάθε λογής παράνομη και εγκληματική πράξη. Δεν διστάζει να προβεί σε τρομοκρατικές ενέργειες ακόμη και μέσα στο πλήθος, ακόμη και αν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να πληγούν και αθώοι περαστικοί.

Δεύτερον, είναι απαραίτητο, όλες αυτές οι πράξεις να απογυμνωθούν από την χαμερπή και εγκληματική τους υπόσταση και να περιβληθούν έναν μανδύα ιδεολογικών και επαναστατικών αιτίων, διαφοροποιούμενες από τις αντίστοιχες ποινικές που κατ ουσία είναι απόλυτα ίδιες ως προς τον σχεδιασμό, την μεθοδολογία και την τέλεση. Διότι μια ληστεία τραπέζης είτε πραγματοποιείται από Αλβανούς κακοποιούς, είτε από τους αυτοαποκαλούμενους «κοινωνικούς επαναστάτες», είναι ένα και το αυτό. Η μόνη διαφορά είναι η αιτία και η σκοπιμότητα της πράξης, που προβάλλονται προς τα έξω.

Το να δολοφονήσεις έναν διευθυντή τραπέζης κατά την διάρκεια μιας ένοπλης ληστείας, επειδή καθυστερεί ηθελημένα τον μηχανισμό χρονοκαθυστέρησης του χρηματοκιβωτίου, είναι εντελώς διαφορετικό από το να «εκτελέσεις» έναν «έμμισθο εκπρόσωπο» της πλουτοκρατίας, που στέκεται εμπόδιο στον δρόμο της «επαναστατικής διαδικασίας» που οδηγεί στη χειραφέτηση του προλεταριάτου.

Και τρίτον και αυτό βρίσκεται σε άμεση σχέση με το δεύτερο, πρέπει η προαναφερόμενη επαναστατική μπουρδολογία, τα κίνητρα και οι πρακτικές να στηρίζονται και να γίνονται αποδεκτά από δημόσια πρόσωπα του πολιτικού και πνευματικού κόσμου. Μόνο μέσω αυτών υπάρχει η δυνατότητα, να προβληθεί προς τις Λαϊκές μάζες ένα στυγνό έγκλημα, ως επαναστατική έμπρακτη κριτική.

Εκτός όμως από το θέμα της αποδοχής και αιτιολόγησης της τρομοκρατίας, εκτός από το θέμα της συμπόρευσης και σύμπραξης με το αιτιατό του καλάσνικωφ και του εκρηκτικού μηχανισμού, ο κύκλος των ιδεολογικών συνοδοιπόρων των πολιτικών και διανοούμενων προσφέρει και την στήριξη σε προσωπικό και νομικό επίπεδο κατά την διάρκεια σύλληψης, καθώς και της διασφάλισης των δικαιωμάτων.

Αυτός λοιπόν εν κατακλείδι είναι ο τρομοκράτης. Ένα ψυχωτικό και αδίστακτο άτομο, ένας αυτόκλητος «σωτήρας» που ανέλαβε από μόνος το βάρος της «σωτηρίας» των εργαζομένων, κηρύσσοντας πόλεμο κατά της ταξικής κοινωνίας, καθαγιάζοντας τις εγκληματικές του πράξεις μέσω επαναστατικής διαλεκτικής και αιτιολογίας, και ερμηνεύοντας τις αιματηρές και ανηλεείς πρακτικές του με χαρακτηρισμούς όπως «παράπλευρες απώλειες» και «απουσία αμάχων στον ταξικό πόλεμο».

Για αυτούς τους τρομοκράτες και για την τρομοκρατία ως έννοια και πρακτική ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δύναται να κρύψει την λαγνεία και τον θαυμασμό του, στέκοντας πάντα αρωγός στην δικαστική και νομική τους μάχη με την Πολιτεία.

Τους προστατεύει, τους στηρίζει νομικά, αναγνωρίζει δικαιώματα και απαιτήσεις, προβάλλει τα βιβλία τους και εγείρεται ως δριμύς κατήγορος κατά της Πολιτείας όταν οι συνθήκες κράτησης των αιμοσταγών δολοφόνων, δεν είναι οι ιδανικές.

Κατά τ’ άλλα οι παράνομα προφυλακισθέντες βουλευτές του τρίτου σε δύναμη πολιτικού κόμματος στην Ελλάδα, παραμένουν εντός των φυλακών βάσει αδόκιμων νομικά κατηγοριών, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και χωρίς καταδικαστικές μαρτυρίες, αλλά μέσω της χειραγώγησης της δικαιοσύνης, της κατάλυσης των δημοκρατικών θεσμών και της εκτροπής του πολιτεύματος εκ μέρους της κυβέρνησης και οι κοινοβουλευτικοί και πνευματικοί τιμητές της ελευθερίας και της δημοκρατίας τηρούν σιγή ιχθύος.

Ίσως εν τέλει  η τρομοκρατία γι αυτούς έχει μεγαλύτερη βαρύτητα απ την δημοκρατία.