ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΧΑΜΕΝΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

αρχείο λήψης (1)

Γράφει ο Νικόλαος Παπαδιονυσίου. 

Για να μην τρελαθούμε εντελώς ισοπεδώνοντας κάθε τι. Για να μην ευτελίζουμε τις έννοιες ελευθερία και δικαιοσύνη, ταυτίζοντάς τες με την ασυδοσία και το ανεξέλεγκτα χαοτικό πράττειν.   

Για να μην καταρρίπτουμε τα όρια και την σημασία της έννοιας δικαίωμα, για να μην ταυτίζουμε την παράλογη απαίτηση παραχώρησης προνομίων προς πάντα, με την συνειδησιακή δημοκρατία.

Για να καταλάβουμε επιτέλους ότι μια ευνομούμενη κοινωνία πάνω απ όλα πρέπει να είναι δίκαιη, καθώς επίσης και αμείλικτη, ή ελεήμων ανάλογα με την περίπτωση, εάν επιθυμεί να διατηρεί την κοινωνική αρμονία και να ευημερεί.

Όπως πάνω σ’ ένα πλοίο που πλέει εν μέσω ισχυρής καταιγίδας, κανείς από τους επιβαίνοντες δεν μπορεί να πράξει κατά το δοκούν, όταν ο καπετάνιος καθορίζει την πορεία πλεύσης και τους απαραίτητους χειρισμούς εφαρμογής της δίδοντας ανάλογες εντολές. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει τις σημαίνουσες για την σωτηρία του πλοίου και των ανθρώπινων ψυχών, εντολές επειδή του φαντάζουν υπερβολικές, ή παρακινδυνευμένες.

Όταν τα κύματα κοντεύουν να καταπιούν το πλοίο, όταν τα πάντα κρίνονται από λεπτές ισορροπίες, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτό που είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί για την σωτηρία του συνόλου, επικαλούμενος το ατομικό του δικαίωμα ελευθερίας, το οποίο παρεμπιπτόντως ερμηνεύει βάσει προσωπικών κριτηρίων και συμφερόντων.

Ένα το κρατούμενο.

Σε όλους έχει κατ επανάληψη συμβεί στους εργασιακούς μας χώρους να συνομιλήσουμε με κάποιο συνάδελφο, επί προσωπικών και όχι επαγγελματικών θεμάτων, όπως παραδείγματος χάριν για την καθημερινή ανησυχία και αγωνία όσον αφορά την διαπαιδαγώγηση και μόρφωση των τέκνων μας, για την προστασία της οικογενείας μας, για τα οικονομικά προβλήματα που άπαντες αντιμετωπίζουμε, για κάποιο πρόβλημα υγείας των υπερηλίκων γονέων μας. Αυτές χαρακτηρίζονται ως ελάχιστες στιγμές κοινωνικής και ανθρώπινης επικοινωνίας της καθημερινότητας μας, μέσα στην σύγχρονη κοινωνία που για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, μας κρατά καθηλωμένους εμπρός σε ηλεκτρονικές οθόνες.

Στιγμές επικοινωνίας με τον συνάδελφο που βλέπουμε καθημερινά και που πιθανότατα έχουμε πιεί έναν καφέ μαζί, ή έχουμε καπνίσει ένα τσιγάρο κατά την ανάπαυλα της εργασίας μας, τον οποίο γνωρίζουμε όχι ως ένα απλό ονοματεπώνυμο, ή ένα λειτούργημα, αλλά ως άνθρωπο με αισθήματα, με επιθυμίες, με σχέδια, με όνειρα, με φόβους.

Δυο τα κρατούμενα.

Και ξαφνικά πληροφορούμαστε, ότι αυτός ο συνάδελφος που το πρωί χαιρετιστήκαμε και συνεννοηθήκαμε να συνφάγουμε κατά την μεσημβρινή διακοπή της εργασίας δολοφονήθηκε. Δολοφονήθηκε άγρια και βίαια συνειδητά και εν ψυχρώ, από έναν αδίστακτο και κτηνώδη εγκληματία, επειδή η Πολιτεία δεν θέλησε να ικανοποιήσει μια απαίτησή του και αυτός απάντησε σε αυτή την άρνηση με την μόνη μορφή διαλεκτικής που γνωρίζει. Την βία και το έγκλημα. Έτσι λοιπόν χωρίς να διστάσει στιγμή, εκφράζοντας την απέραντη περιφρόνηση του προς την ανθρώπινη ζωή, για λόγους εκδίκησης κατέστρεψε ένα σπιτικό, άφησε δυο παιδιά ορφανά και βύθισε στο πένθος οικογένειες.

Γιατί;

Διότι εκτός από την κτηνώδη φύση του, εκτός από τα ζωώδη ένστικτά του, δεν είχε κανένα απολύτως φόβο επιβολής κάποιας ποινής, ή κολασμού εις βάρος του από πλευράς Πολιτείας. Αφού ήδη ήταν βαρυποινίτης, τι περισσότερο μπορούσε η Πολιτεία να του κάνει; Να τον φυλακίσει και μετά θάνατον; Κατασκεύασε λοιπόν ένα αυτοσχέδιο δολοφονικό όπλο και επέλεξε το θύμα του για να δείξει σε αυτούς που δεν ικανοποιούσαν την απαίτηση του, ότι όπως αυτοί τον τιμωρούν, με τον ίδιο τρόπο δύναται να τους τιμωρήσει και αυτός.

Έτσι λοιπόν μέσα σε μια στιγμή, έσφαξε έναν άνθρωπο, πατέρα δυο παιδιών, τέκνο κάποιων ανθρώπων που μια ζωή αγωνίστηκαν να τον αναστήσουν, αγωνιώντας, ξενυχτώντας και κοπιάζοντας. Και το έπραξε χωρίς την παραμικρή τύψη, ή δισταγμό. Όπως ακριβώς θα έλιωνε στον τοίχο ένα κουνούπι.

Και τώρα ερχόμαστε στο πρώτο κρατούμενο.

Ο καθένας που θα διαβάσει τα γραφόμενα θα καταλάβει το θεωρητικό νόημα, όπως επίσης θα συνειδητοποιήσει ότι η ρήσης του Αισχύλου «έστι δίκης οφθαλμός ός τα πάνθ’ ορά» είναι εξ ουρανού και αναπόφευκτη.

Εμείς δεν τασσόμαστε υπέρ, ή κατά του τέλους του Αλβανού εγκληματία, απλά και μόνο απευθυνόμαστε στην ανίκανη και πάντοτε ολιγωρούσα Πολιτεία που έχει επιστρατεύσει τις εσωτερικές υποθέσεις της αστυνομίας, ανακριτικά γραφεία, εισαγγελείς και ιατροδικαστές, και απειλεί με παραδειγματική τιμωρία όποιους τέλος πάντων ηθελημένα, ή μη, τον οδήγησαν σε αυτό.

Αυτό λοιπόν που θα μπορούσαν να κάνουν από το να χρησιμοποιούν την δικαιοσύνη για να αθωώνουν τους καταχραστές και κλέπτες ομοτράπεζους τους, ή να συλλαμβάνουν Έλληνες Εθνικιστές, ή να δίδουν άδειες σε ακροαριστερούς εγκληματίες, ήταν να καταρτίσουν μια ειδική νομοθεσία που θα δικάζει και θα καταδικάζει τιμωρώντας παραδειγματικά τους αδίστακτους και αιμοδιψείς εγκληματίες, λειτουργώντας αποτρεπτικά και πατάσσοντας τοιουτοτρόπως το έγκλημα εν τη γενέσει.  

Γιατί άθλιοι θεατρίνοι της πολιτικής comedia del arte, αυτό που προέχει πάνω απ όλα είναι ο Νόμος να διασφαλίζει, να προστατεύει και να υπηρετεί την ασφάλεια και τα δικαιώματα των Ελλήνων Πολιτών. Όχι των εγκληματιών, των βιαστών, των διεστραμμένων και του κάθε λογής ανθρωπόμορφου κτήνους.   

Αφιερώνεται στην μνήμη του Γιώργου Τσιρώνη με την ευχή το αίμα του να είναι το τελευταίο Ελληνικό αίμα που χύθηκε από αλλοδαπό εγκληματία.