ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΣ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΘΝΙΚΙΣΤΗΣ!

xrusi-augi-sima-simaia

Υπό Ανωνύμου Έλληνος.

    Περπατούσα τις προάλλες σε κεντρικό σημείο επαρχιακής πόλης και ιδιαίτερου τόπου καταγωγής μου. Η τύχη έφερε να συναντήσω τον Γιώργο παλιό φίλο των πρώιμων νεανικών μου χρόνων και συναγωνιστή. Θυμηθήκαμε τα παλιά ,τότε που παιδιά ακόμα ανταποκρινόμενοι στα πρώτα μας ιδεολογικά σκιρτήματα είχαμε πρωτοέρθει σε επαφή με το λαϊκό εθνικιστικό κίνημα.
  Οι πρώτες δράσεις, -συνθήματα, αυτοκόλλητα, ιδεολογικές συζητήσεις, επισκέψεις στην Τοπική Οργάνωση-πυρήνα, προσπάθεια διάδοσης των ιδεών με συζητήσεις με συνομήλικους. Το κίνημα ακόμη να μην έχει γιγαντωθεί η αντικειμενική εκτίμηση των καταστάσεων δεν προϊδέαζε για το άμεσο ή και πιο μακρινό μέλλον κάτι καλύτερο. Όμως υπήρχε πίστη για το δίκαιο των ιδεών μας , για την αλήθεια των λόγων μας. 
  Η συζήτηση φτάνει στο σήμερα.
  Η καθημερινότητα , ο αγώνας για το ψωμί παίρνει τη  σπίθα, σε κουράζει, σε βάζει σε κανάλι λιμναζόντων υδάτων.
Καθόμαστε και συλλογιζόμαστε
-Και γω στα ίδια είμαι. Λέω. 
-Κάποτε για τις ιδέες μου έτρεχα , ίδρωνα, μάτωνα. Χωρίς κανένα αντάλλαγμα μόνο με την ψυχική ευχαρίστηση ότι είμαι μέρος σε κάτι μεγάλο. Στον εθνικό αγώνα για την αφύπνιση. Τώρα λέω συνέχεια στον εαυτό μου έχεις οικογένεια, σκοτούρες, προβλήματα, άστα αυτά δεν είναι για σένα πέρασε ο καιρός σου.
Το συζητάμε και αυτό όντως πολλοί εγκαταλείπουν τον αγώνα. Άλλοι παύουν κιόλας να ενδιαφέρονται. Άλλοι βρίσκουν δικαιολογίες όχι τόσο έναντι των άλλων όσο έναντι του εαυτού τους. Κανείς δεν θα σε κατακρίνει αν σταματήσεις να προσφέρεις. ‘Έτσι και αλλιώς η ΧΑ πάντα εθελοντικό κίνημα ήταν. Ένα εκλεκτό σώμα εθελοντών Αγωνιστών. Κανείς δεν έρχεται και κανείς δεν μένει αν δε θέλει.
  Τι ήταν λοιπόν αυτό που μας κατέτρωγε , μελαγχολία, μία στεναχώρια,  ένα αίσθημα πίκρας. Αφήσαμε την ζωή να νικήσει τις ψυχές μας. Κακά τα  ψέματα δεν σταματήσαμε  γιατί δεν υπήρχε άλλη λύση. Σταματήσαμε  γιατί αφήσαμε τον κόσμο να μας νικήσει. Να μας ενσταλάξει  με τους φόβους του την τεμπελιά του τι χαζό-σκοτούρες του, το άγχος του. Οι σειρήνες μας  παρέσυραν και μείς κοιτάξαμε να κρυφτούμε από τον μοναδικό αδιάψευστο μάρτυρα την ψυχή μας.
    Σίγουρα όταν έχεις την ευθύνη και βασίζονται πάνω σου σύζυγος, Παιδιά , γονείς  κάθε πράξη σου πρέπει να είναι υπεύθυνη. Δεν είσαι μόνος. Αλλά το ΄21 σάμπως οι επαναστάτες δεν είχαν δικούς τους να θρέφουν; Πως πήραν τα βουνά; Στον μακεδονικό αγώνα; Στην Κύπρο το ΄55 στην ΕΟΚΑ; Πάντα όλοι οι Έλληνες οι περήφανοι, οι ανυπότακτοι , οι γενναίοι πολεμούσαν για την ελευθερία και είχαν και αυτοί οικογένειες, μικρά στόματα να θρέψουν. Ούτε κακοί γιοί, σύζυγοι, γονείς αδελφοί ήταν. Αναγνώριζαν όμως ένα. Ότι αν πρόσφεραν στον αγώνα οι θυσίες τους για τους δικούς τους θα πήγαιναν χαμένες.
  Πάνω απ όλα η οικογένεια σου και οι οικείοι σου χρειάζονται ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Όταν οι τύραννοι στερούν αυτή απ τον Ελληνικό λαό  ο αγώνας γίνεται καθήκον όχι μόνο  εθνικό  ή προσωπικό αλλά και οικογενειακό.
 Ή Ταν ή επί Τας, έλεγαν κάποτε οι Σπαρτιάτισσες στους γιούς τους στέλνοντας τους στους πολέμους της πόλεως. Η Παναγία μαζί σου ευχόντουσαν οι μανάδες στους λεβέντες που έφευγαν το ΄40 για το μέτωπο στην Πίνδο. Όλοι αγαπούσαν, όλοι μάτωναν και πονούσαν για την ενδεχόμενη απώλεια , αλλά έπρεπε να γίνει.
  Ο Γιώργος συνεχίζει. Μιλάει. Μου ξυπνά μέσα αισθήματα από καιρό κρυμμένα. Είχα ξεχάσει να είμαι αγωνιστής. Είχα κλειστεί στο καβούκι μου. Σωστές ιδέες είχα αλλά άφηνα τους μόνους τους να πολεμούν για την αναγέννηση της Ελλάδας. 
Εγώ;
Δεν ήταν πλέον για μένα έλεγα. Μεγάλωσα  έλεγα.
Και ο Κολοκοτρώνης; Συνεχίζει ο Γιώργος:
– Στην επανάσταση ήταν γέροντας, παππούς και για το καλό του αγώνα συγχώρεσε ακόμα και τον δολοφόνο του αδελφού του… δεν έλεγε δικαιολογίες  για να αποφύγει τον αγώνα. Τον επιδίωκε. Τον υποκινούσε. Πρώτος αυτός και πίσω του να σέρνει έναν ολόκληρο λαό.
Κατάλαβα τότε πόσο είχα αλλάξει. Νέος θαύμαζα όλους τους ήρωες της Ελλάδας. Τους αγωνιστές για τις θυσίες που με το χαμόγελο στα χείλη  έκαναν για την Αιώνια Ελλάδα. Τώρα έμενα η ζωή και η βιοπάλη με κάνουν να αρνούμαι να θυσιάσω την ησυχία μου , λίγο από τον ύπνο μου λίγο χρόνο.
  Ναι όντως δεν είχα χρόνο . Ξεκουραζόμουν ελάχιστά. Και λοιπόν;
Τέτοιος έλληνας είμαι; Ο αγώνας λιγότερο σημαντικός απ’ τον ύπνο ή την ησυχία;
  Ο Γιώργος κλείνει.
– Ξέρεις το σκέφτομαι από καιρό. Με την συζήτηση μας κατέληξα. Θα επαναδραστηριοποιηθώ. Δεν πάει άλλο. Το μεγαλύτερο καθήκον απέναντι σε όλους όσους αγαπώ είναι να φτιάξω μία δίκαιη , ελεύθερη και αξιοκρατική πατρίδα . τους το χρωστάω.
– Ναι αλλά δεν μπορούμε όπως νέοι άλλοτε.
Χρησιμοποιώ πληθυντικό αριθμό ασυνείδητα.
-Σίγουρα αλλά δεν είμαστε και 90 χρονών . Θα θυσιάσω χρόνο ξεκούραση, αλλά θέλω  να προσφέρω ξανά. Θέλω να λέω στο παιδί μου ότι πολέμησα όταν έβλεπα τα καθάρματα να τους καίνε τα μέλλον. Δεν καθόμουν σε έναν καναπέ αποβλακωμένος. Είμαι Χρυσαυγίτης γ*** το, όχι ραγιάς.
– Μου ήρθε να δακρύσω. Μιλούσε με λόγια που έβρισκαν κατευθείαν στην καρδιά μου. Αποχαιρετιζόμαστε. Γυρνώντας σπίτι  μόνος στο δρόμο σκέφτομαι τον Γιώργο και όλα όσα  είπαμε .
Αν θέλω να προσφέρω στους δικούς μου  πρέπει πρώτα από όλα να τους προσφέρω ελευθερία και δικαιοσύνη.
Πρέπει να Αγωνιστώ. Αύριο θα ξημέρωνε μια καινούργια μέρα.
Ο φοβισμένος αστός που έτρεχε και δεν προλάβαινε τίποτα είχε χαθεί.
Εκείνη την ημέρα έφυγα για το μεροκάματο γερασμένος στην ψυχή και υποταγμένος στην βιοπάλη. Ραγιάς του μεροκάματου και του λογαριασμού που έπρεπε να πληρωθεί….
  Ως εδώ όμως… Στο σπίτι θα έμπαινε ένας αγωνιστής. Θα  ξαναέμπαινα με όσες δυνάμεις είχα στον αγώνα. Όσο μπορούσα να προσφέρω και ακόμα περισσότερο.
Εκείνο το βράδυ ξαναέγινα έφηβος, ξαναέγινα πολεμιστής ξαναέγινα ΕΘΝΙΚΙΣΤΗΣ!!!
ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!